By

ΠΟΙΟΣ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΒΑΣΕΩΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ

Spread the love

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΤΑΞΕΙΣ

ΠΟΙΑ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ

Μέσα στον Δεκαπενταύγουστο μας ήρθε ένα e-mail από κάποιον αναγνώστη μας  με τη δημοσιευμένη σε αποσπάσματα τοποθέτηση ενός συνδικαλιστή εκπαιδευτικού στο ηλεκτρονικό site «Αγώνας της Κρήτης». Ο τίτλος της τοποθέτησης ήταν «Οικονομικά οφέλη ή στρατηγικό ρίσκο» και ανέλυε πόσο ασύμφορη οικονομικά για την τοπική οικονομία ήταν η παρουσία της Αμερικανικής στρατιωτικής βάσης και τι μεγάλο ρίσκο έχει για την τοπική οικονομία το ενδεχόμενο χτυπήματός της από κάποιο αντίπαλο στρατό και πώς θα μπορούσε στις σημερινές συνθήκες της παγκόσμιας οικονομίας να αξιοποιηθεί το λιμάνι της Σούδας, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι: «Συνεπώς, όλα αυτά δεν γίνονται, πέρα από το ότι δεν είμαστε ένα κανονικό κυρίαρχο κράτος, επειδή οι Αμερικανοί δεν αφήνουν να γίνει τίποτα.»  

Διάβασε το άρθρο εδώ: https://agonaskritis.gr/οικονομικός-μύθος-ή-στρατηγικό-ρίσκο/

Δεν θα σταθούμε αναλυτικά στην συγκεκριμένη τοποθέτηση του εκπαιδευτικού γιατί πρώτον στην δημοσίευση της τοποθέτησης του, έχουμε μόνο κάποιο απόσπασμα, οπότε διατρέχουμε τον κίνδυνο να τον αδικήσουμε και δεύτερον σκοπός μας δεν είναι να αντιπαρατεθούμε με τον συγκεκριμένο εκπαιδευτικό, αλλά με αφορμή μια άποψη που είναι γενικά κυρίαρχη μέσα στην εργατική τάξη και γενικά στον λαό. Να εξετάσουμε κάπως βαθύτερα το συγκεκριμένο ζήτημα και να προσπαθήσουμε να το φωτίσουμε από τη σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.

Καταρχήν θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι η παρουσία της στρατιωτικής βάσης στη Σούδα είναι επικίνδυνη για την τοπική οικονομία αλλά και ανασταλτικός παράγοντας για την ανάπτυξη της με καπιταλιστικούς όρους. 

Από αυτό το γεγονός όμως καθόλου δεν καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η καπιταλιστική ανάπτυξη της περιοχής θα έφερνε καλύτερες συνθήκες ζωής για τον τοπικό πληθυσμό και τους εργάτες που θα προσέλκυε μια τέτοια ανάπτυξη. Η ιστορική πείρα ανάπτυξης του καπιταλισμού παγκόσμια έχει δείξει ότι δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης και με την κλοπή του υπερπροϊόντος που παράγουν οι εργάτες. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των ξεχωριστών καπιταλιστών οδηγεί στην εξάντληση των φυσικών πόρων, του εργατικού δυναμικού και στην καταστροφή των μικρών, των μη ανεπτυγμένων παραγωγικών δυνάμεων της περιοχής. Όπου αναπτύσσεται ο καπιταλισμός υποτάσσει όλες τις τοπικές δυνάμεις -φυσικές και ανθρώπινες- στον πιο άμεσο κερδοφόρο κλάδο, που στην προκειμένη περίπτωση και χρονική στιγμή αυτός ο κλάδος θα ήταν η τουριστική βιομηχανία. Αυτό το γνωρίζει καλά ο λαός της Κρήτης, μα και όλης της χώρας, όπου έχει αναπτυχθεί γερά ο καπιταλισμός και γνωρίζει επίσης πολύ καλά και τις συνέπειες μιας τέτοιας ανάπτυξης. 

Άρα μια τέτοια στόχευση από την εργατική τάξη, δηλαδή να επιδιώξει έναν κάποιο διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης της Σούδας, θα ήταν αποδοχή της υποταγής της στην καπιταλιστική βαρβαρότητα και όχι κάποιου είδους ξυπνήματος της συνείδησής της. Παρόλα αυτά, αν υπήρχε μια τέτοια ανάπτυξη, δεν θα είχαμε κανένα λόγο να μπούμε εμπόδιο στην όποια καπιταλιστική ανάπτυξη. Αυτή η ανάπτυξη δημιουργεί τους παραγωγικούς όρους για το πολιτικό δυνάμωμα της εργατικής τάξης. Η καταστροφή των μικροπαραγωγών, η αναλογική αύξηση της εργατικής τάξης και η συγκέντρωση της σε μεγάλα βιομηχανικά κέντρα δημιουργεί τους αντικειμενικούς όρους για την οργάνωση της και το πολιτικό της δυνάμωμα. Οπότε τέτοιες περιπτώσεις τις μελετάμε ως ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται αντικειμενικά στα πλαίσια του καπιταλισμού και από το οποίο προσπαθούμε να αποσπάσουμε τα μεγαλύτερα πολιτικά και οικονομικά οφέλη για την εργατική τάξη και όχι να βάζουμε εμπόδια στην ανάπτυξη του φαινομένου, το οποίο τελικά θα εκδηλωθεί και θα συντρίψει όποιον προσπαθήσει να το αποτρέψει.

Είναι όμως ρεαλιστικό στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού (παγκόσμια κυριαρχία του καπιταλισμού) και μάλιστα του ιμπεριαλισμού που προκύπτει από τις αντεπαναστατικές ανατροπές των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής να διεκδικούμε απόσυρση της στρατιωτικής βάσης και απεμπλοκή από τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους της περιοχής, δηλαδή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής;

Κατά τη γνώμη μας το επαναστατικό κίνημα δεν πρέπει καθόλου να υποτιμά τον αγώνα για μεταρρυθμίσεις που θα βελτιώνουν την ζωή τους ή θα συγκρατεί τις συνέπειες της αντεπανάστασης, γιατί εκτός από το ζήτημα της επιβίωσης μέσα από αυτούς τους αγώνες η εργατική τάξη μαθαίνει να οργανώνεται και να διαπαιδαγωγείται πολιτικά. Είναι όμως ο αγώνας για απεμπλοκή από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και η απομάκρυνση των ξένων στρατιωτικών βάσεων από τη χώρα μας ένας αγώνας τέτοιος;

Δεν μπορούμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα αν πρώτα δεν ξεκαθαρίσουμε την έννοια της κυριαρχίας.   

Όπως όλα τα ζητήματα της καπιταλιστικής κοινωνίας, έτσι και το ζήτημα της κυριαρχίας δεν μπορεί να ξεφύγει από την ταξική διάσπαση της κοινωνίας. Όταν μιλάμε για κυριαρχία, για ανάπτυξη, για πόλεμο ή ειρήνη, για δικαιώματα, για ελευθερία πρέπει να ξεκαθαρίζουμε πρώτα για ποιας τάξης. 

Η κυριαρχία ενός κράτους είναι η εξουσία που ασκεί το κάθε κράτος μέσα σε καθορισμένα εδαφικά όρια, πάνω στην γη, στο υπέδαφος, στον αέρα και στους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτό το έδαφος, κατ’ επέκταση η εξουσία που ασκεί πάνω στην κοινωνική ζωή που αναπτύσσεται μέσα στα πλαίσια αυτών των εδαφικών ορίων.

Το κράτος όμως με τους νόμους του, μα κυρίως με τα όργανα εξουσίας του δεν είναι ουδέτερο απέναντι στην ταξική διάσπαση της κοινωνίας και δεν θα μπορούσε να είναι ουδέτερο, γιατί οι άνθρωποι που το αποτελούν είναι μέλη της κοινωνίας μας, στους οποίους πάνω τους επιδρούν όλες οι λειτουργίες της καπιταλιστικής οικονομίας. Γι’ αυτό και το κράτος δεν μπορεί να ξεφύγει από το σφιχταγκάλιασμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Έτσι το κράτος από την ίδρυση του είναι η οργανωμένη μορφή περιφρούρησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η οποία εκδηλώνεται πότε με ειρηνικά και πότε με βίαια μέσα.

Άρα όταν μιλάμε για την κυριαρχία του Ελληνικού κράτους πρέπει να μιλάμε για την κυριαρχία της τάξης που στον καπιταλισμό είναι η πιο δυνατή, για την τάξη που επωφελείται από τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού και μέσω αυτής της λειτουργίας ασκεί έλεγχο όχι μόνο στην οικονομία των εδαφικών ορίων ενός κράτους, άλλα και στο ίδιο το κράτος, δηλαδή την αστική τάξη. Έτσι όταν μιλάμε για κράτος καλό θα είναι να ξεκαθαρίζουμε τον ταξικό του χαρακτήρα.

Από αυτή την σκοπιά όσοι μιλάνε για κυριαρχικά δικαιώματα γενικά και μέσα σε αυτούς θα βρούμε και αυτοαποκαλούμενους κομμουνιστές, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να βάζουν την εργατική τάξη, μέσω του συνθήματος «της γενικής υπεράσπισης των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας» να υπερασπίζεται, όχι την δικιά της κυριαρχία αλλά την αστική κυριαρχία.

Όποτε το ζήτημα αν ασκεί η ελληνική αστική τάξη κυριαρχία στη χώρα μας είναι λυμένο από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Αυτό που μπερδεύει τους μικροαστούς δημοσιολόγους είναι οι παγκόσμιες σχέσεις που αναπτύσσονται στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού και μάλιστα στις συνθήκες της αντεπανάστασης. Οι μικροαστοί πιστεύουν ότι μπορεί οι διεθνείς σχέσεις των κρατών να καθορίζονται από κάποια ανώτερη αίσθηση δικαίου που έρχεται από τον ουρανό ή το μυαλό κάποιας διάνοιας και όχι από την υλική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στην παγκόσμια οικονομία. Όμως ιστορικά έχει αποδείξει ότι το διεθνές δίκαιο, οι διαμορφωμένες διεθνείς συμφωνίες και διεθνείς οργανισμοί είναι προϊόντα των συσχετισμών που έχουν διαμορφωθεί σε προηγούμενες φάσεις ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας. Κάθε φορά που διαταράσσεται αυτός ο συσχετισμός -και τέτοιες διαταραχές στην ιστορία της ανθρωπότητας νομοτελειακά υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα-, τότε διαταράσσεται και αλλάζει και το διεθνές δίκαιο. Όταν συσσωρεύεται αρκετή κρίσιμη ύλη στο πεδίο της οικονομίας, τότε είναι θέμα χρόνου αυτή η αλλαγή να εκφραστεί και σε πολιτικό επίπεδο. Αυτό εκδηλώνεται πότε με ειρηνικό τρόπο και πότε με βίαιο τρόπο. Στις σημερινές συνθήκες, λόγω της τεράστιας συσσώρευσης κεφαλαίου το οποίο δεν βρίσκει διέξοδο στην ειρηνική οικονομία, οι αλλαγές νομοτελειακά εκδηλώνονται με την μορφή των ιμπεριαλιστικών πολέμων, μέσω των οποίον προσπαθεί το κεφάλαιο να βρει διέξοδο, είτε μέσω της πολεμικής βιομηχανίας, είτε μέσω της κατάκτησης νέων αγορών στο εξωτερικό και μέσο του χτυπήματος της εργατικής τάξης και της γενικευμένης καταστροφής των μικροπαραγωγών στο εσωτερικό. 

Άρα η τυπική κυριαρχία που ασκεί η ελληνική αστική τάξη σήμερα στη χώρα μας είναι το προϊόν μιας προηγούμενης εποχής, που στον πλανήτη μας υπήρχαν εργατικά κράτη. Εκείνη την εποχή εξαιτίας του ανταγωνισμού που αναπτύχθηκε ανάμεσα στα σοσιαλιστικά και στα καπιταλιστικά κράτη, οι μεγάλες καπιταλιστικές δυνάμεις ήταν υποχρεωμένες να κάνουν παραχωρήσεις στα μικρότερα έθνη για να τα αποσπάσουν από τον σοσιαλισμό. 

Σήμερα μετά τις αντεπαναστατικές ανατροπές στα σοσιαλιστικά κράτη οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει ραγδαία και η ύλη που έχει συσσωρευτεί είναι αρκετή για έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο που θα κάνει κουρελόχαρτο το διεθνές δίκαιο που γράφτηκε σε μια άλλη εποχή. 

Αυτές τις συνέπειες ζούμε στην μικρή μας χώρα. Οι εκδηλώσεις υποχώρησης σε κυριαρχία της ελληνικής άρχουσας τάξης απέναντι στην τουρκική αστική τάξη δεν είναι προϊόν κάποιας ιδιαιτερότητας της ελληνικής κυβέρνησης αλλά φαινόμενο της εποχής μας, που εκδηλώνεται σε όλο τον πλανήτη. Στον ιμπεριαλιστικό κόσμο το να μιλάει κανείς για αλληλοσεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων των χωρών είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο. Μια τέτοια τοποθέτηση εξαπατά την εργατική τάξη, ότι μπορεί ο λύκος να γίνει πρόβατο και ότι σήμερα η κυριαρχία της αστικής τάξης μπορεί να είναι ταυτόχρονα κυριαρχία και της εργατικής τάξης. Η εργατική τάξη στις συνθήκες της αντεπανάστασης δεν έχει καμία απολύτως κυριαρχία. Η όποια κυριαρχία ασκούσε σε συνθήκες ύπαρξης των σοσιαλιστικών κρατών στον πλανήτη μας δεν υπάρχουν πια.

Είναι όμως αποτέλεσμα υποχώρησης της ελληνικής αστικής τάξης η παρουσία των στρατιωτικών βάσεων στη χώρα μας; 

Αναμφισβήτητα όχι.

Η παρουσία των Αμερικανικών βάσεων στη χώρα μας και η εμπλοκή της στους δύο περιφερειακούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, είναι στρατηγική επιλογή της ελληνικής άρχουσας τάξης, δηλαδή του τμήματος εκείνου που καθορίζει την εξωτερική πολιτική της χώρας μας και τις διεθνείς τις συμμαχίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγαλύτερη εμπορική ναυτική δύναμη στον κόσμο έχει συμμαχία με την μεγαλύτερη ναυτική στρατιωτική δύναμη του κόσμου. Δεν είναι τυχαία η θέση της κυβέρνησής και της δήθεν αντιπολίτευσης μας στον Ουκρανικό πόλεμο αν λάβουμε υπόψη, ότι από την καταστροφή των αγωγών φυσικού αερίου, που συνέδεαν την ΕΕ με την Ρωσία, βγήκαν κερδισμένοι οι Έλληνες εφοπλιστές, που με την κατακόρυφη άνοδο της θαλάσσιας διακίνησης του φυσικού αερίου αύξησαν ραγδαία τα κέρδη τους. Επιπλέον, δεν είναι τυχαίο ότι η ελληνική αστική τάξη αγωνιά για τις εξελίξεις σε μια περιοχή όπως η Μ. Ανατολή από την οποία οι Έλληνες εφοπλιστές εξάγουν τεράστιες ποσότητες πετρελαίου και φυσικού αερίου. Άρα η επιλογή φιλοξενίας αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στη χώρα μας δεν είναι αποτέλεσμα ούτε μειωμένης κυριαρχίας της αστικής τάξης, ούτε δευτερεύουσας σημασία ζήτημα που θα θυσίαζε η άρχουσα τάξη για να αναπτύξει οικονομικά μια περιοχή που την φιλοξενεί. Η στρατιωτικές βάσεις και η εμπλοκή της χώρας στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για την ελληνική αστική τάξη και δεν θα μπορούσε αυτό να αλλάξει με κάποιου τύπου μεταρρυθμιστικό αγώνα της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. 

Άρα η απόσυρση των ΝΑΤΟικών στρατιωτικών βάσεων από την χώρα μπορεί να γίνει είτε με την αλλαγή συμμάχων και την αντικατάσταση τους με στρατιωτικές βάσεις των αντίπαλων καπιταλιστικών «υπερδυνάμεων», είτε με την επαναστατική κατάκτηση από την εργατική τάξη της εξουσίας στην χώρα μας και την ανάπτυξη της διεθνούς συμμαχίας της με την εργατική τάξη και τους λαούς των γειτονικών χωρών και όλου του κόσμου.

Από την πρώτη περίπτωση η εργατική τάξη δεν έχει κανένα όφελος γιατί θα συνεχίζει να θυσιάζεται για τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης και να συμμετέχει σε έναν πόλεμο αλληλοεξόντωσης των εργατών παγκοσμίως. Αντίθετα, στη δεύτερη περίπτωση έχει κάθε λόγο να δώσει όλες της τις δυνάμεις, ακόμα και τη ζωή των καλύτερων παιδιών της.  

Από αυτό όμως δεν συμπεραίνουμε ότι πρέπει να στρεφόμαστε ενάντια στις εργατικές και λαϊκές εκδηλώσεις ενάντια στην παρουσία των Αμερικανικών βάσεων και στην εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο, αλλά να τις αξιοποιούμε για το ανέβασμα της πολιτικής συνείδησης της εργατικής τάξης και όχι να χαϊδεύουμε τα αυτιά της ανώριμης σκέψης για να αποσπάσουμε κάποια ψηφαλάκια που θα μας εξασφαλίσουν κάποιες ζεστές θεσούλες στα νόμιμα όργανα, που στην αστική δημοκρατία, λειτουργούν κάτω από την έγκριση του αστικού κράτους. Πολεμική ανοίγουμε ενάντια σε όσους τολμούν να μιλούν εκ μέρους της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης, εκ μέρους της «αριστεράς» ή ως Μαρξιστές – Λενινιστές και να σκορπάνε απλόχερα αυταπάτες για το περιεχόμενο της «εθνικής κυριαρχίας», οι οποίες οδηγούν την εργατική τάξη στην παγκόσμια αλληλοεξόντωση. 

Μπορεί οι αυθόρμητες διαθέσεις της εργατικής τάξης και του αριστερού κινήματος να εκδηλώνουν πολιτική ανωριμότητα, όμως ήδη καταγράφονται επιτυχίες που μπορούν να βοηθήσουν παραπέρα στην ωρίμανση της ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης και να δείξουν την κατεύθυνση του αγώνα. Παράδειγμα είναι η αποχώρηση από το λιμάνι της Σούδας του αεροπλανοφόρου Gerald R. Ford, το οποίο επέστρεφε από τη Μ. Ανατολή μετά την ανταρσία των ναυτών και τα σαμποτάζ που διενήργησαν στο αεροπλανοφόρο επιβάλλοντας την αποχώρηση του από την εμπόλεμη ζώνη και την στάθμευση του στην Σούδα για να γίνουν οι κατάλληλες επισκευές. Η φυγή του αεροπλανοφόρου ήρθε σαν αποτέλεσμα του φόβου του αμερικανικού επιτελείου μην συναντηθούν οι τοπικές αντιπολεμικές διαθέσεις με τις αντιπολεμικές διαθέσεις των ναυτών. Από αυτό το γεγονός μπορούμε να συμπεράνουμε οτι οι ιμπεριαλιστές δεν φοβούνται τόσο τις προσπάθειες κλεισίματος των βάσεων, όσο την συνάντηση του εργατικού και φιλειρηνικού κινήματος με τους στρατιώτες και τους ναύτες του μετώπου. Άρα τις δυνάμεις που διαθέτουμε αντί να τις σπαταλάμε σε μάταιες ενέργειες, είναι πιο χρήσιμο να τις συγκεντρώνουμε στην υπόθεση της διείσδυσης του επαναστατικού κινήματος μέσα στα στρατεύματα που εμπλέκονται στον σημερινό άδικο και ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Να προετοιμάζουμε το έδαφος για συνολικότερες επαναστατικές ανατροπές τις οποίες κυοφορεί ο πόλεμος και οχι να ξοδευόμαστε σε ρεφορμιστικούς στόχους, οι οποίοι στις σημερινές συνθήκες είναι αδύνατο να κατακτηθούν χωρίς ανατροπή της αστικής κυριαρχίας.          

Κατά τη γνώμη μας κάθε πρωτοπόρος εργάτης που κατανοεί την αντικειμενική πραγματικότητα και μπορεί να σκεφτεί διαλεκτικά, έχει το ανάλογο χρέος να εξηγήσει στις ανώριμες συνειδήσεις τον ταξικό χαρακτήρα της κυριαρχίας και ότι ως τάξη δεν έχουν καμία κυριαρχία, ότι στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου δεν διακυβεύεται η ύπαρξη ή μη ύπαρξη της μίας ή της άλλης πατρίδας, ότι ο φαινομενικός εισβολέας και ο φαινομενικός σύμμαχος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό το απέδειξε περίτρανα η περίπτωση της Βενεζουέλας όπου η κυβέρνηση δεν δίστασε να υπογράψει συμφωνία με τους «εισβολείς»

Το αποδεικνύουν τα παζάρια που διεξάγονται στην Ουκρανία και στην Μ. Ανατολή όπου καπιταλιστικά κράτη εντός της ίδιας συμμαχίας αλληλοχτυπιούνται και καπιταλιστικά κράτη αντίπαλο διεθνών συμμαχιών συνάπτουν συμφωνίες εναντίων των φαινομενικών συμμάχων.

Οι διεθνείς συμμαχίες σήμερα δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε καν μια ιμπεριαλιστική ειρήνη. Το ΝΑΤΟ και η ΕΕ ως διεθνείς κρατικοί καπιταλιστικοί οργανισμοί υπηρετούσαν μια εποχή οξύτατου ανταγωνισμού της παγκόσμιας αντιπαράθεσης καπιταλισμού – σοσιαλισμού. Αυτό που ένωνε τα ξεχωριστά κράτη που αποτελούσαν αυτούς τους οργανισμούς ήταν ο κοινός στόχος της παγκόσμιας περιφρούρησης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και το χτύπημα των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Σήμερα, λόγω της παγκόσμιας κυριαρχίας του καπιταλισμού, του οξύτατου ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών και την έλλειψη κοινού στόχου, αυτοί οι οργανισμοί αντικειμενικά αποσυντίθενται. Η ανισόμετρη ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας επιβάλει αναδιάταξη των συμμαχιών, την οποία αδυνατούν να ακολουθήσουν αυτοί οι διεθνείς κρατικοί οργανισμοί. Τα ξεχωριστά καπιταλιστικά κράτη χρειάζονται μεγαλύτερη αυτονομία. Γι’ αυτό η διάλυση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ ως σύνθημα δεν ακούγεται μόνο από τα αριστερά κινήματα, αλλά και από καπιταλιστικές δυνάμεις, οι οποίες αξιοποιούν είτε αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις, είτε προοδευτικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις που αναπτύσσονται μέσα στα μικροαστικά και εργατικά στρώματα. Σήμερα το σύνθημα της αποδέσμευσης από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, από μόνο του, δεν είναι επαναστατικό, όπως παλιότερα. Ο οπορτουνισμός συσκοτίζοντας την έννοια της κυριαρχίας αποκρύβει την συνεπή ταξική πολιτική που ακολουθούν οι καπιταλιστικές τους κυβερνήσεις και τις παρουσιάζουν ως υποτελείς σε ξένα εθνικά συμφέροντα. Εξαπατούν τους λαούς ότι με μια εθνική πολιτική μπορεί να υπάρξει βελτίωση της θέσης του. Για παράδειγμα η υποχωρητικότητα της ελληνικής αστικής τάξης προς στην αστική τάξη της Τουρκίας παρουσιάζεται ως υποταγή του ελληνικού έθνους στο τουρκικό έθνος, την οποία επιβάλουν ξένες δυνάμεις και οτι μια πιο πατριωτική κυβέρνηση θα μπορούσε να βάλει φρένο στις Τουρκικές επιδιώξεις. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι η ελληνική αστική τάξη, λαμβάνοντας υπόψη αυστηρά τα δικά της οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα σε σχέση με τους περιφερειακους και  παγκόσμιους συσχετισμούς που διαμορφώνονται συνεχώς, κάποιες φορές μπαίνει σε συμβιβασμούς και άλλες φορές δεν διστάζει να μπει στην φωτιά του πολέμου. 

Η εργατική τάξη και στις δύο περιπτώσεις θα συνεχίσει να πληρώνει βαρύ φόρο αίματος όσο η κυριαρχία θα παραμένη στα χέρια της αστικής τάξης.        

Οι επαναστατικές δυνάμεις, αν θέλουν να είναι τέτοιες, οφείλουν να ασκούν πολεμική στον οπορτουνισμό και να προτάσσουν το ζήτημα της εργατικής εξουσίας, της δικτατορίας του προλεταριάτου. Πλάι στην ήττα του ΝΑΤΟ και της ΕΕ πρέπει να βάζουν και την ήττα της δικιάς τους καπιταλιστικής κυβέρνησης, όχι σαν κάποια σταδιακή πορεία συνθημάτων ή διεκδικήσεων, αλλά σαν ενιαίο και συμπαγές σύνολο.

Η πορεία αποσύνθεσης των παλιών σταθερών συμμαχιών είναι εξέλιξη αντικειμενική δεν έχει να κάνει με τις προθέσεις του ενός ή του άλλου κόμματος, του ενός ή του άλλου ηγέτη. Η όξυνση του ανταγωνισμού της ΝΑΤΟικής Ελλάδας με την ΝΑΤΟική Τουρκία, η συμμαχία της ΝΑΤΟικής Τουρκίας με την Ρωσία και την Κίνα, η συμμαχία της ΝΑΤΟικής Ελλάδας με το μη ΝΑΤΟικό κράτος δολοφόνο του Ισραήλ αλλά και με την μη ΝΑΤΟική Αίγυπτο, όλα αυτά τα γεγονότα είναι προϊόντα της συσσωρευμένης ύλης που συγκεντρώθηκε μετά τις μεγάλες ανατροπές του 1990. Όσοι προσπαθούν να εξηγήσουν τις σημερινές εξελίξεις ξεκομμένες από τις αντεπαναστατικές ανατροπές που έγιναν στην ΕΣΣΔ, δεν μπορεί να βγάλει τα ορθά συμπεράσματα, δεν μπορεί να διακρίνει τις δύο διαφορετικές εποχές και συνεχίζει να ερμηνεύει με παλιά δεδομένα την νέα εποχή.

Μέσα στις νέες συνθήκες καμιά ιμπεριαλιστική συμμαχία δεν μπορεί να δώσει εγγυήσεις στα μέλη της. H θέση όλων των κυβερνήσεων γίνεται όλο και πιο ασταθής. Ο πόλεμος δεν είναι προϊόν της θέλησης της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, της μίας ή της άλλης τάξης, αλλά των αντιθέσεων που αναπτύσσονται στο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα. Κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει την εξέλιξη αυτού του πολέμου. 

Αυτό που μπορεί και πρέπει κατά την γνώμη μας να κάνει το επαναστατικό κίνημα είναι να προετοιμαστεί και να προετοιμάσει πρώτα και κύρια την εργατική τάξη για αυτό τον πόλεμο, ώστε να αξιοποιήσει την αστάθεια που προκαλεί ο πόλεμος. Η αγανάκτηση που θα φουντώνει χρόνο το χρόνο, μήνα το μήνα, μέρα τη μέρα μέσα στην εργατική τάξη και τον λαό και η ύπαρξη του οπλισμένου λαού στα μέτωπα του πολέμου θα συγκεντρώσουν όλη αυτή την ύλη που είναι απαραίτητη για την συγκρότηση των νέων εργατικών και λαϊκών οργανώσεων που θα μπουν μπροστά για την οργάνωση την επαναστατική ανατροπή της άρχουσας τάξης και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, μιας δικτατορίας που δεν θα εκφράζει τα συμφέροντα μιας χούφτας καπιταλιστών αλλά τα συμφέροντα της πλειονότητας της κοινωνίας μας. 

Συμπερασματικά, αυτό που έχουμε να προτείνουμε είναι να αξιοποιηθεί η δυσαρέσκεια ενάντια στον πόλεμο, τις στρατιωτικές βάσεις που μας εμπλέκουν ενεργά σε αυτόν τον πόλεμο. Να ξεδιπλώσουμε ένα σχέδιο συνολικότερης απαλλαγής, όχι από τη μια ή την άλλη ιμπεριαλιστική συμμαχία, αλλά τη συνολικότερη απαλλαγή από το κοινωνικό σύστημα που αναπαράγει με νομοτελειακό τρόπο τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Γι’ αυτό χρειάζεται να δυναμώσει η οργάνωση των εργατών πρώτα και κύρια στα βιομηχανικά κέντρα, να αποκαλυφθεί ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του πολέμου, να δυναμώσει η διεθνή συμμαχία της εργατικής τάξης, αξιοποιώντας κινήματα όπως αυτό που αναπτύχθηκε παγκόσμια ενάντια στην γενοκτονία της Παλαιστίνης. Να ξεκινήσει προσπάθεια ανάπτυξης προπαγάνδας υπέρ της συμφιλίωσης των στρατιωτών στα μέτωπα αξιοποιώντας γεγονότα όπως αυτό με το αεροπλανοφόρο Gerald R. Ford και να αναδειχθεί ότι η μόνη συμφέρουσα διέξοδο από αυτό τον πόλεμο για την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα είναι η ήττα της δικιάς μας κυβέρνησης και η μετατροπή αυτού του πολέμου από ιμπεριαλιστικό σε ταξικό, με την εργατική τάξη μπροστάρη. Τη μοναδική τάξη που έχει το απόλυτο συμφέρον και την οργανωτική ικανότητα να μετατρέψει τα τεράστια καπιταλιστικά μονοπώλια από δυνάστη των λαών, σε φορείς των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής και μέσα ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών της ανθρωπότητας. Δηλαδή την κοινωνικοποίησή τους και την υποταγή τους στο εργατικό κράτος, που θα βάζει σε λειτουργία, τα νέα θαυμαστά μέσα, όπως της Τ.Ν. όχι για να καταστρέφει την εργατική δύναμη και το περιβάλλον, αλλά για να ανοίξει νέους δρόμους στη συνολική πρόοδο της ανθρωπότητας.     

ΑΝΗΣΥΧΟΣ

Απάντηση

Discover more from ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Class consciousness Klassenbewusstsein Conscience de classe Классовое сознание 阶级意识 Ndërgjegje klase Класна свест Класово съзнание Sınıf bilinci

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading