By

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ

Spread the love

Με το άνοιγμα του δεύτερου πολεμικού μετώπου στη Μ. Ανατολή ξεκίνησαν πάλι οι «βαθυστόχαστες» αναλύσεις ανακατεμένες με μπόλικη προπαγάνδα εκατέρωθεν των ιμπεριαλιστικών στρατοπέδων για το διακύβευμα, τους στόχους και τη δυναμική του πολέμου. Ανάμεσα σε όσους τοποθετούνται στη δημόσια συζήτηση, δεν υπάρχει ούτε ένας αναλυτής, ούτε ένας δημοσιολόγος, κανένα πολιτικό κόμμα ή οργάνωση που να μην αποδέχεται ότι στα δύο μεγάλα πολεμικά μέτωπα της Ουκρανίας και της Μ. Ανατολής, αυτό που διακυβεύεται είναι οι πρώτες ύλες, οι εμπορικοί δρόμοι, το πολυάριθμο εργατικό τους δυναμικό και ο έλεγχος μεγάλων βιομηχανικών παραγωγικών μονάδων, που από τη λειτουργία τους εξαρτάται η παγκόσμια οικονομία. 

Αυτό που ελάχιστα συζητιέται είναι τα βαθύτερα αίτια αυτού του πολέμου, ποιες κοινωνικές τάξεις τον διεξάγουν, ποιες τάξεις επωφελούνται από αυτόν και ποιες τον πληρώνουν.

Στην ιστορία της ανθρωπότητας υπήρχαν πόλεμοι που παρότι ήταν καταστροφικοί και επώδυνοι, είχαν  προοδευτικό χαρακτήρα. Δηλαδή μαζί με τις ωδίνες και τις καταστροφές  έφεραν στην ανθρωπότητα νέους προοδευτικούς θεσμούς, κατέστρεφαν παλαιότερους αντιδραστικούς θεσμούς, παλαιότερες κοινωνικές σχέσεις και γενικά οδηγούσαν στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά του παλιού. Τέτοιοι πόλεμοι ήταν η μεγάλη Γαλλική αστική επανάσταση, που συντάραξε τα φεουδαρχικά καθεστώτα της Ευρώπης, τέτοιος ήταν ο επαναστατικός πόλεμος των βαλκανικών εθνών ενάντια στη φεουδαρχική Οθωμανική αυτοκρατορία, τέτοιος ήταν ο πόλεμος της Παρισινής Κομμούνας ενάντια στην γαλλική αστική τάξη και τον γερμανικό αστικό στρατό, που έσπευσε σε βοήθεια της γαλλικής αστικής τάξης, τέτοιος ήταν ο πόλεμος της Σοβιετικής Ρωσίας ενάντια στους λευκούς και τους διεθνείς συμμάχους τους, τέτοιος ήταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος  της ΕΣΣΔ και της εργατικής Διεθνούς ενάντια στους Ναζί και τη «διεθνή» των καπιταλιστών, που απελευθέρωσε μια σειρά έθνη από την ιμπεριαλιστική δυναστεία, είτε εγκαθιδρύοντας εργατικές κυβερνήσεις, είτε διαλύοντας τα αποικιοκρατικά καθεστώτα της εποχής, τέτοιοι ήταν μια σειρά απελευθερωτικοί πόλεμοι της εργατικής τάξης και των συμμάχων της στην Κίνα, στην Κούβα, στο Βιετνάμ και σε μια σειρά άλλες χώρες, όπου η σύγκρουση έπαιρνε διεθνή ταξικό χαρακτήρα, δηλαδή από τη μια μεριά συνασπίζονταν η διεθνής συμμαχία της εργατικής τάξης με τα σοσιαλιστικά κράτη και από την άλλη συνασπίζονταν η διεθνής συμμαχία των καπιταλιστών με εμπροσθοφυλακή τις ΗΠΑ. 

Ο σημερινός πόλεμος από όποια μεριά και αν τον εξετάσεις δεν έχει απολύτως καμία σχέση με κανέναν από τους προαναφερόμενους πολέμους. Ο σημερινός πόλεμος είναι πόλεμος ληστρικός διεξάγεται όχι για την απελευθέρωση των λαών από την δυναστεία των μεγάλων μονοπωλιακών συμφερόντων, αλλά αντίθετα για τη διαιώνιση τους μέσω του πολέμου. Για τη διαιώνιση της ληστείας μιας χούφτας δισεκατομμυριούχων εις βάρος των δισεκατομμυρίων ανθρώπων.  Αυτό μας δείχνει ο πόλεμος της Ουκρανίας και της Μ. Ανατολής. Και στους δύο πολέμους καλούνται οι εργάτες ομοεθνείς και διαφορετικών εθνών να αλληλοεξοντωθούν για τα μεγαλοκαπιταλιστικά συμφέροντα. 

Τα μεγάλα έθνη συνθλίβουν τα μικρά έθνη. Οι κυβερνήσεις τους ξεδιάντροπα, εν μέσω του πολεμικού σφαγείου, διαπραγματεύονται μεταξύ τους για την μοιρασιά της λείας, για λογαριασμό των μονοπωλίων της χώρας τους, ενώ ταυτόχρονα υπόσχονται στους μικροαστούς και σε μια μικρή μερίδα εργατών «τη λεγόμενη εργατική αριστοκρατία των εθνών τους» ένα ξεροκόμματο από τη λεία, για να εξαγοράσουν τη στήριξη τους.

Στα μικρότερα έθνη φουντώνει η διάσπαση μέσα στην αστική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα. Ανοίγει μια ξεδιάντροπη αντιπαράθεση για την επιλογή των διεθνών τους συμμαχιών, με βάση τα ιδιαίτερα οικονομικά, γεωστρατηγικά και εν τέλει πολιτικά συμφέροντα της κάθε μερίδας. Τέτοια διαπάλη στη χώρα μας διεξάγεται στο λιμάνι του Πειραιά όπου τα ελληνικά μονοπώλια ανταγωνίζονται για μια καλύτερη θέση είτε πλάι στα Κινέζικα συμφέροντα, είτε πλάι στα συμφέροντα των ΗΠΑ. Τέτοια διαπάλη διεξάγεται για το ενεργειακό μίγμα της χώρας αν δηλαδή θα συνεχίσουμε να εισάγουμε φυσικό αέριο από την Ρωσία μέσω του Turkish stream ή αν θα επεκτείνουμε την εισαγωγή του πανάκριβου LNG από τις  ΗΠΑ παράλληλα με τη δημιουργία του νότιου άξονα, που θα προμηθεύει με αμερικανικό LNG την νοτιοανατολική Ευρώπη. Προς το παρόν σε αυτήν την αντιπαράθεση φαίνεται να προκρίνονται στη χώρα μας οι παραδοσιακοί μας σύμμαχοι οι ΗΠΑ και ως ένα βαθμό τα κράτη της δυτικής Ευρώπης. Αντίθετα σε άλλες χώρες με μικρότερη ή μεγαλύτερη οικονομική και στρατιωτική ισχύ στο σύγχρονο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό σύστημα, αυτή η αντίθεση έχει πάρει πιο οξεία μορφή και φτάνει είτε μέχρι την ένοπλη εμφύλια σύγκρουση, είτε μέχρι την στρατιωτική  επέμβαση μεγάλων καπιταλιστικών δυνάμεων, είτε μέχρι την εξωτερική επέμβαση σε συνδυασμό με την εμφύλια σύρραξη, όπως έγινε πρόσφατα σε μια σειρά χώρες όπως Λιβύη, Συρία, Αρμενία, Λίβανο, Σουδάν, στις χώρες του Σάχελ, Ουκρανία, Βενεζουέλα, Αρμενία και τώρα στις χώρες της Μ. Ανατολή, με την εμπλοκή όλων των ισχυρών καπιταλιστικών δυνάμεων όπως είναι οι ΗΠΑ, Ρωσία, Κίνα και πιο περιφερειακών δυνάμεων  όπως είναι το Ιράν, η Τουρκία, το Ισραήλ, το Πακιστάν, η Ινδία και παραδοσιακά οι παλιές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Ευρώπης, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Ιταλίας, Ισπανίας. Από κοντά μικρότερες δυνάμεις οι οποίες παρότι πληρώνουν το πιο βαρύ τίμημα σε αυτούς τους πολέμους είτε οικονομικά, είτε στρατιωτικά, οι κυβερνήσεις τους και οι αστικές τους τάξεις παίζουν ενεργό ρόλο συμμετοχής στην διαδικασία μοιράσματος της λείας ανάμεσα σε ισχυρά παγκόσμια μονοπώλια, στα οποία συμμετέχουν με μεγάλα μερίδια οι άρχουσες τάξεις των «μικρών» εθνών. Για παράδειγμα η χώρα μας παρά το μικρό της μέγεθος σε έκταση και πληθυσμό, η άρχουσα τάξη της Ελλάδας διαθέτει τον μεγαλύτερο ναυτικό εμπορικό στόλο παγκοσμίως.   

Όλες αυτές οι ανακατατάξεις και συγκρούσεις  παγκοσμίως είναι προϊόν  της αλλαγής των συσχετισμών στο πεδίο της οικονομίας. Οι παλιές ισχυρές οικονομίες υποχωρούν μπροστά στις ανερχόμενες. Στην κορυφή της ιμπεριαλιστικής πυραμίδας η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ αμφισβητείται από την Κίνα και ο μόνος τρόπος για να επισφραγιστεί αυτή η αλλαγή συσχετισμών στον ιμπεριαλιστικό κόσμο είναι ο πόλεμος.   Όλες οι διακηρύξεις περί δημοκρατικών αρχών, περί θεϊκής αποστολής, περί πατρίδας, περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αντιφασιστικών – αντιιμπεριαλιστικών μετώπων, αντιαποικιακών αγώνων, σοσιαλισμού με Κινέζικα χαρακτηριστικά κτλ.  δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με την σημερινή σύγκρουση. Αυτές οι διακηρύξεις χρησιμοποιούνται από τις άρχουσες τάξεις για να κρύψουν από τα πιο καθυστερημένα, τα πιο αμόρφωτα στρώματα της κοινωνίας μας τις πραγματικές αιτίες των πολέμων και της φτώχειας τους.

Οι διεθνείς συμμαχίες που είχαν εδραιωθεί σε μια προηγούμενη φάση ανάπτυξης της παγκόσμιας κοινότητας αρχίζουν να διαταράσσονται και να ανασυντίθενται με βάση τα νέα δεδομένα. Η ασφάλεια και η σταθερότητα που υπόσχονταν οι κυβερνήσεις εντός αυτών των συμμαχιών, αποδεικνύονται κενό γράμμα. Το  ΝΑΤΟ και η ΕΕ ως οργανισμοί που θωράκιζαν την  αστική εξουσία  διεθνώς απέναντι στην ΕΣΣΔ, τα υπόλοιπα σοσιαλιστικά κράτη και την εργατική τάξη διεθνώς, δεν έχουν πια λόγο ύπαρξης. Όποια προσπάθεια έγινε μέχρι τώρα να μεταλλαχθούν αυτοί οι οργανισμοί για να υπηρετήσουν τους μακροπρόθεσμους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, απέτυχαν. Ο ρόλος τους σήμερα είναι μεταβατικός. Οι όποιες αλλαγές σε επίπεδο εποικοδομήματος, η ιστορία διδάσκει ότι δεν ακολουθούν άμεσα την αλλαγή που προηγείται στην οικονομική βάση μιας κοινωνίας, έτσι ο σημερινός πόλεμος στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή παίζουν ρόλο καταλύτη σε αυτή τη διαδικασία αναδιαμόρφωσης των καπιταλιστικών συμμαχιών που ξεκίνησε από την εποχή των αντεπαναστατικών ανατροπών των σοσιαλιστικών κρατών.

Όποιος θέλει να κάνει μια σοβαρή ανάλυση στις αιτίες του σημερινού πολέμου, τον χαρακτήρα του και τα καθήκοντα της εργατικής τάξης που απορρέουν από αυτήν την αντικειμενική πραγματικότητα, δεν θα μπορέσει να κάνει ούτε μισό βήμα αν δεν ανατρέξει στις συνέπειες της διεθνούς καπιταλιστικής αντεπανάστασης και στην κατάργηση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αν δεν εμβαθύνει στο χαρακτήρα της εποχής μεταξύ του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και του σημερινού και το αποτύπωμα που αφήνει αυτή η εποχή στο σήμερα, θα σκοντάφτει συνεχώς σε συμπτώσεις, σε πρόσωπα και στις διαφορετικές θεωρητικές κατευθύνσεις μέσα στο εργατικό κίνημα, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει την κοινωνική τους – την ταξική τους βάση.      

Η περίοδος οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια σειρά έθνη είχε εγκαινιάσει μια νέα περίοδο για την ανθρωπότητα. Από την εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων και την κυριαρχία των καπιταλιστικών μονοπωλίων στην παγκόσμια αγορά, είχαμε περάσει σταδιακά από το 1917 και μετά στην εποχή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και την επέκταση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής σε βάρος των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής παγκοσμίως. Όσο η δικτατορία του προλεταριάτου στην ΕΣΣΔ προχωρούσε την εδραίωση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, όσο επεκτεινόταν η επίθεση ενάντια στις καπιταλιστικές σχέσεις εντός της ΕΣΣΔ, τόσο αυτές επιδρούσαν όχι μόνο στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ αλλά συνολικά στην όξυνση της ταξικής σύγκρουσης σε διεθνές επίπεδο. Από την εποχή των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των σοσιαλιστικών επαναστάσεων περνούσαμε στην εποχή της οξύτατης ταξικής σύγκρουσης ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αστική τάξη, η οποία δεν εκφραζόταν πια αποκλειστικά στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά συνολικά στα πλαίσια του οξύτατου ανταγωνισμού καπιταλισμού – σοσιαλισμού, ως παγκόσμια ανταγωνιστικά οικονομικά συστήματα. 

Εκδήλωση αυτής της προοδευτικής όξυνσης των ταξικών συγκρούσεων ήταν ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος. Η εκλογή της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου το 1936, παρά τις αστικοδημοκρατικές της διακηρύξεις  και την μικρή δύναμη των κομμουνιστών (μόλις 3%) που συμμετείχαν σε αυτή, έγινε αφορμή οξύτατης ταξικής σύγκρουσης που πήρε διεθνή ταξικό χαρακτήρα. Από τη μια μεριά η ανοιχτή ένοπλη στήριξη των φασιστικών καθεστώτων μαζί με την υπονομευτική δράση κατά της ισπανικής κυβέρνησης των δημοκρατικών καθεστώτων και στην αντίπερα όχθη η εργατική Διεθνής και η ΕΣΣΔ που στήριξαν με όπλα και έμψυχο υλικό την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Πριν τον ισπανικό εμφύλιο είχαν προηγηθεί μεγάλες εξεγέρσεις στην Γερμανία, την Ιταλία, την Ισπανία. Στην Γαλλία παρά την υπονομευτική δράση της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου (αριστερής κυβέρνησης της Γαλλίας που συμμετείχαν και οι Γάλλοι κομμουνιστές, αντίστοιχης έμπνευσης με την κυβέρνηση της Ισπανίας), από το 1936 μέχρι το 1940 υπήρξε ραγδαία άνοδος του εργατικού κινήματος. Στην Ελλάδα  αυτή η άνοδος εκφράστηκε με την εργατική εξέγερση του 1936 στην Θεσσαλονίκη και τη συναδέλφωση της εργατικής τάξης με τον στρατό. Αποκορύφωμα της όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων ήταν η εκδήλωση του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου το 1941-45.

Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος σηματοδότησε την είσοδο της ανθρωπότητας στη νέα εποχή. Την εποχή της μεγάλης αντιπαράθεσης καπιταλισμού –  σοσιαλισμού. Αυτή η αντιπαράθεση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ραγδαία ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας. Ποτέ ξανά η ανθρωπότητα δεν είχε γνωρίσει τέτοιους ρυθμούς ανάπτυξης στην οικονομία. Αυτό εκφράστηκε και σε όλα τα πεδία της κοινωνίας μας, στην υγεία, στην παιδεία, στον πολιτισμό, στον αθλητισμό, στη ραγδαία αύξηση του πληθυσμού μας. Τα τεράστια επιτεύγματα στην επιστήμη ήταν προϊόν του οξύτατου ανταγωνισμού  σοσιαλισμού – καπιταλισμού. Οι παλιοί θυμούνται τον διαστημικό ανταγωνισμό ΗΠΑ – ΕΣΣΔ. Ο σοσιαλισμός έδωσε άλλη υπόσταση στα μικρά έθνη, ενίσχυσε την αυτοδιάθεση των εθνών, με την αποφασιστική του συμβολή γκρεμίστηκε το αποικιακό σύστημα. Οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις δεν ήταν πια προϊόν των ιμπεριαλιστικών πολέμων και των επαναστατικών συνθηκών που προκαλούσαν αυτοί οι πόλεμοι, όπως οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 1917-1918 στην Ρωσία, Γερμανία, Ουγγαρία, αλλά αποτέλεσμα της όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων σε διεθνές επίπεδο. Αυτό απέδειξε η σοσιαλιστική επανάσταση στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κούβα και μια σειρά άλλες αποτυχημένες προσπάθειες οι  οποίες όμως αποδεικνύουν τον  χαρακτήρα εκείνης της εποχής.

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση υποχρέωσε τα καπιταλιστικά κράτη να πνίξουν τους μεταξύ τους ανταγωνισμούς για να αντιμετωπίσουν τον κύριο κίνδυνο. Υποχρέωσε τους καπιταλιστές μετά και την στρατιωτική ήττα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου να επενδύσουν τα κέρδη τους στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και όχι στη διευρυμένη καταστροφή τους, όπως έκανε  από το 1914 μέχρι το 1945 με τους δύο παγκόσμιους πολέμους. Από το 1945 και μετά για να μπορέσει ο καπιταλισμός, ως σύστημα να ανταγωνιστεί το σοσιαλιστικό σύστημα, προχώρησε σε μεγάλες παραχωρήσεις των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών στα μικρότερα καπιταλιστικά κράτη για να τα κρατήσουν στην συμμαχία τους, όλες οι συγκρούσεις και οι διευθετήσεις μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, μεταξύ των μεγάλων καπιταλιστικών μονοπωλίων γινόταν κάτω από τον  πανίσχυρη επίδραση που ασκούσε η σοσιαλιστική οικονομία παγκοσμίως. Το μεγάλο κεφάλαιο υποχρεώθηκε σε μεγάλες οικονομικές παραχωρήσεις προς την εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα των καπιταλιστικών κρατών για να εξασφαλίσει είτε την ενεργή πολιτική τους στήριξη, είτε την ουδετερότητά τους στην κύρια αντιπαράθεση καπιταλισμού – σοσιαλισμού. Ο οικονομικός ανταγωνισμός ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη και τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις απέκτησε έναν πιο ελεύθερο χαρακτήρα χωρίς να τον καταδυναστεύει το μεγάλο μονοπώλιο. Ο διεθνής καταμερισμός της παραγωγής πήρε τεράστιες διαστάσεις, όπως και το εμπόριο. Αντίθετα, στο πολιτικό πεδίο όλα τα κράτη και οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις υποτάσσονταν παγκοσμίως στην αντιπαράθεση καπιταλισμού – σοσιαλισμού. Η εποχή αυτή δικαίως από αστούς και μικροαστούς διανοούμενους ονοματίστηκε ως εποχή της παγκοσμιοποίησης. 

Οι αστικές τάξεις ως πιο έμπειρες, με μεγαλύτερη ιστορική πείρα διακυβέρνησης από την εργατική τάξη, αυτήν την περίοδο έθεσαν πιο σωστά τα υποκειμενικά τους καθήκοντα. Κατανόησαν καλύτερα τον χαρακτήρα και τις νομοτέλειες της εποχής αυτής και γι’ αυτό κατάφεραν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. 

Αντίθετα η εργατική τάξη μπροστά στα πρωτόγνωρα καθήκοντα που είχε να υλοποιήσει εκείνη την εποχή δεν κατάφερε να επεξεργαστεί θεωρητικά τις αλλαγές που συντελέστηκαν στο επίπεδο της οικονομίας παγκοσμίως. Τα κομμουνιστικά κόμματα που καθοδηγούσαν τα σοσιαλιστικά κράτη,  δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν διαλεκτικά πως ο σοσιαλισμός επιδρούσε αντικειμενικά στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και στη λειτουργία του. Εξαιτίας αυτής της αδυναμίας δεν μπόρεσαν να καθορίσουν σωστά και τα υποκειμενικά τους καθήκοντα εκείνη την εποχή. Στις θεωρητικές τους επεξεργασίες κυριάρχησε ο μικροαστικός δογματισμός ο οποίος ανέμενε την γενική κρίση του καπιταλισμού σε διεθνές επίπεδο, που θα πνιγόταν στις εσωτερικές του αντιθέσεις. 

Η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια χώρα τόσο καθυστερημένη πολιτικά και οικονομικά όπως ήταν η Ρωσική αυτοκρατορία, με το βιομηχανικό εργατικό δυναμικό της χώρας να αποτελεί ένα μικρό κλάσμα του πληθυσμού της αχανούς Ρωσικής αυτοκρατορίας και το μεγαλύτερο μέρος της να αποτελείται από αγροτικούς πληθυσμούς, οι οποίοι στην πλειονότητα τους δεν γνώριζαν ούτε γραφή, ούτε ανάγνωση, μετέτρεπαν το έργο που είχαν να επιτελέσουν σε δυσεπίλυτο γρίφο .

Η πολυετής  πολιτιστική και οικονομική καθυστέρηση που κληρονόμησε η ΕΣΣΔ από την τσαρική Ρωσία δεν θα μπορούσε να μην εκφραστεί και πολιτικά. Το κύριο ερώτημα που έμπαινε εξ αρχής στην εργατική τάξη της Ρωσίας από τα μικροαστικά στρώματα του χωριού και της πόλης ήταν αν θα μπορούσε να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό στο έδαφος της ΕΣΣΔ χωρίς να προηγηθούν πρώτα σοσιαλιστικές επαναστάσεις στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες που διέθεταν έμπειρο και πολυπληθές εργατικό βιομηχανικό δυναμικό, όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Αγγλία. Αυτή η διαπάλη για αυτό το τόσο σοβαρό ζήτημα εκδηλώθηκε στην κοινωνία με οξύτατη ταξική σύγκρουση στην επαρχία και στα χωριά, όπου τα καπιταλιστικά στοιχεία έβαζαν συνεχώς εμπόδια στην αγροτική πολιτική του εργατικού κράτους και η οποία κορυφώθηκε με την ένοπλη σύγκρουση των εργατών και των φτωχών αγροτών ενάντια στους πλούσιους χωρικούς του χωριού τους κουλάκους (βίαιη κολεκτιβοποίηση 1929-1930). 

Για να καταλάβουμε την έκταση της σύγκρουσης θα πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο αγροτικός πληθυσμός της χώρας αριθμούσε πάνω από 100 εκατομμύρια εκείνη την εποχή, αριθμός τεράστιος ακόμη και για τη σημερινή εποχή, με τα σημερινά πληθυσμιακά δεδομένα. Αυτή η σύγκρουση δεν θα μπορούσε να μην εκφραστεί και στις γραμμές του κρατικού μηχανισμού και το κόμμα εξουσίας. Μέσα στις γραμμές του κομμουνιστικού κόμματος αναπτύχθηκαν τρεις γραμμές. Η μία γραμμή της διαρκούς επανάστασης, η οποία έβαζε ως άμεσο καθήκον την άμεση επέκταση της επανάστασης στις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες και υποστήριζε ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ ήταν αδύνατη χωρίς την άμεση εξάπλωση της επανάστασης στην Ευρώπη. Η δεύτερη γραμμή που αντιτίθονταν στη διαρκή επανάσταση εκτιμώντας ότι οι συνθήκες μετά την Οκτωβριανή επανάσταση και τις αποτυχημένες απόπειρες στην Γερμανία και στην Ουγγαρία δεν ευνοούσαν μια τέτοια εξέλιξη και ότι ακριβώς για αυτό το λόγο θα έπρεπε και στο πεδίο της οικοδόμησης – της οικονομίας  να περιορίσουν τις φιλοδοξίες τους για γρήγορη ανόρθωση της σοσιαλιστικής βιομηχανίας και να αμβλυνθούν οι ταξικές αντιθέσεις στην επαρχία και στο χωριό και η τρίτη γραμμή, η οποία επικράτησε και στην ζωή, ήταν η άποψη ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού στις ΕΣΣΔ ήταν δυνατή και ότι η επιτυχία της θα ήταν αυτή που θα έδινε ώθηση στην διεθνή εξάπλωση της επανάστασης. Στην ουσία ήταν αυτή η γραμμή που εξέφραζε τα συμφέροντα της εργατικής τάξης παγκοσμίως και απαντούσε στις μικροαστικές ταλαντεύσεις εκείνης της εποχής, οι οποίες εκφράζανε τη δυσπιστία τους ως προς τις δυνατότητες του βιομηχανικού προλεταριάτου, οι οποίες πότε εκδηλώνονταν με  υπερεπαναστατικές διακηρύξεις για παγκόσμιες επαναστάσεις και πότε με αδικαιολόγητες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς με τον καπιταλισμό. Οι γραμμές αυτές παρ’ ότι βρήκαν την έκφραση τους την συγκεκριμένη εποχή σε συγκεκριμένα πρόσωπα, θα ήταν λάθος να ταυτίσουμε με απόλυτο τρόπο την κάθε κατεύθυνση μέσα στο κίνημα με τα πρόσωπα πρωταγωνιστές (Στάλιν, Κάμενεφ, Ζηνόβιεφ, Τρότσκι, Μπουχάριν). Χρειάζεται να παίρνουμε πάντα υπόψη ότι ακόμα και στους πιο συνεπείς σοσιαλιστές-κομμουνιστές επαναστάτες επιδρούν πάνω τους η καθημερινότητα, η συνήθεια, η επίδραση του μικροαστικού στοιχείου το οποίο εκείνη την εποχή στην ΕΣΣΔ ήταν πολυάριθμο και έπαιζε καθοριστικό ρόλο στη χάραξη πολιτικής στο Σοβιετικό κράτος. Παράδειγμα χαρακτηριστικό είναι η συνεπής στάση του Στάλιν στο ζήτημα της οικοδόμησης, η οποία όμως ερχόταν σε αντίθεση με την στάση του στη συγκρότηση της κομμουνιστικής Διεθνούς. Στην προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η θεωρία της διαρκούς επανάστασης, υπονομεύτηκε συνολικά η προσπάθεια οικοδόμησης της διεθνούς συμμαχίας της εργατικής τάξης. Στην προσπάθεια να αντιμετωπιστούν οι αριστερίστικες απόψεις στον διεθνή πολιτικό στίβο, κυριάρχησαν δεξιές απόψεις, όπως η συγκρότηση του αντιφασιστικού μετώπου στο οποίο χωρούσαν καπιταλιστικές πολιτικές δυνάμεις και καπιταλιστικά κράτη και η διάλυση της 3ης Διεθνούς για να μην διαταραχθεί η συμμαχία της ΕΣΣΔ με τις ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία. Έτσι θυσιάστηκε ο στρατηγικός στόχος της οργανωμένης συγκρότησης της διεθνούς συμμαχίας της εργατικής τάξης στο βωμό των άμεσων επιδιώξεων της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ.

Στην πρώτη φάση της επανάστασης για να μπορέσει η Ρώσικη εργατική τάξη να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό στην ΕΣΣΔ έπρεπε να συνάψει συμμαχία με τους αγρότες. Για να διοικήσει την αχανή παλιά Ρωσική αυτοκρατορία έπρεπε να βασιστεί στα μικροαστικά στοιχεία της πόλης και του χωριού που βρίσκονταν πιο κοντά στα συμφέροντα τους, αλλά και σε πρώην έμπειρους καπιταλιστές. Στον κρατικό μηχανισμό και στο κόμμα της έπρεπε να αποδεχτεί ανθρώπους όχι πάντα ικανούς και έντιμους και χωρίς προλεταριακή συνείδηση. Αυτό επέβαλε από την άλλη μια πιο συγκεντρωτική λειτουργία του κόμματος και του κράτους ακριβώς γιατί δεν μπορούσε να έχει εμπιστοσύνη στα μικροαστικά στοιχεία. Με τη σειρά του αυτό αδυνάτιζε τη δημοκρατική λειτουργία του κόμματος, του κράτους και της ανοιχτής διαπάλης για τα κεντρικά πολιτικά ζητήματα. Η διαπάλη περιοριζόταν σε κεντρικά κομματικά όργανα χωρίς την συμμετοχή της πλειονότητας των εργατών, οι οποίοι στην πλειονότητα τους ήταν προσηλωμένοι και μάλιστα με τεράστιες επιτυχίες κυρίως στην οικοδόμηση της βιομηχανικής βάσης της χώρας. Αυτό το καθήκον μπορεί να ήταν το σημαντικότερο απ’ όλα, όμως η δικτατορία της εργατικής τάξης είχε να λύσει μια σειρά άλλα κεντρικά πολιτικά ζητήματα από τα οποία κρινόταν το μέλλον της επανάστασης, όπως για παράδειγμα η συγκρότηση της 3ης κομμουνιστικής Διεθνούς, δηλαδή η συγκρότηση της διεθνούς συμμαχίας της εργατικής τάξης, μέσα σε νέο θεωρητικό και οργανωτικό πλαίσιο, σε σχέση με την προπολεμική περίοδο. Το γεγονός ότι η διαπάλη περιοριζόταν αποκλειστικά στα κεντρικά κομματικά όργανα αδυνάτιζε την ίδια τη διαδικασία διαμόρφωσης επαναστατικής γραμμής της εργατικής τάξης στις νέες διαμορφωμένες συνθήκες και τη συλλογική δημιουργική αφομοίωση της μέσα από αυτή τη διαπάλη. 

Η προϊστορία του εργατικού κινήματος είχε ήδη διδάξει ότι μόνο μέσα από την ανοιχτή διαπάλη της εργατικής τάξης με την αστική και μικροαστική κατεύθυνση μέσα στο εργατικό κίνημα και στο κόμμα της μπορεί να κατακτήσει τη μονολιθική αποφασιστικότητα της εργατικής τάξης και με αυτή να συμπαρασύρει προς τα μπρος και τα μικροαστικά στοιχεία. Το βιομηχανικό προλεταριάτο έχει πλεονέκτημα όταν η διαπάλη διεξάγεται σε ανοιχτό πεδίο, γιατί σε αντίθεση με το μικροαστικό στοιχείο, το βιομηχανικό προλεταριάτο είναι εκπαιδευμένο από τον τρόπο παραγωγής να διεξάγει την πάλη σε βιομηχανική έκταση. Γι’ αυτό στην πορεία διαμόρφωσης της επαναστατικής γραμμής, αντί να ενισχυθούν τα προλεταριακά χαρακτηριστικά του σοσιαλιστικού κράτους και του κόμματος συνέβη το αντίθετο. Τα μικροαστικά στοιχεία της πόλης και του χωριού, πιο εκπαιδευμένα και έμπειρα να ελίσσονται μέσα σε μικρά σχήματα, όπως είναι και ο τρόπος παραγωγής του, απέκτησε με τον καιρό ισχυρότερα ερείσματα μέσα στον κρατικό μηχανισμό και το κόμμα. Παρά τη φαινομενική πειθαρχία στις κεντρικές αποφάσεις του κόμματος και του κράτους, στην βάση του κομματικού μηχανισμού υποσκάπτονταν συστηματικά ο εργατικός τους χαρακτήρας. Κοινό χαρακτηριστικό του μικροαστικού οπορτουνισμού ήταν η φανατική υποστήριξη στα λόγια των αποφάσεων και των διακηρύξεων της επανάστασης και σταθερή υπονόμευση της στην πράξη. Η υποκρισία που  χαρακτηρίζει τους μικροαστούς γενικά αποκαλύφθηκε και εκδηλώθηκε πολιτικά στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Αντίθετα το βιομηχανικό προλεταριάτο συστηματικά εκτοπιζόταν από την πολιτική δράση. Η συγχώνευση των σοβιέτ των εργοστασιακών εργατών και των μικροαστών σε τοπικά σοβιέτ ήταν ισχυρό χτύπημα της δικτατορίας του προλεταριάτου. Αντί με την ανάπτυξη της σοσιαλιστικής βιομηχανίας να ενισχύεται η πολιτική εξουσία της εργατικής τάξης αυτή αδυνάτιζε γιατί η εργατική τάξη δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η περιφρούρηση της σοσιαλιστικής οικονομίας ήταν αποκλειστικά δική της υπόθεση και ότι η συμμαχία με τα μικροαστικά στρώματα του χωριού και της πόλης καθόλου δεν σημαίνει ότι μέσα σε αυτήν την συμμαχία δεν θα συνεχίσει να διεξάγεται η ταξική πάλη, η οποία πότε θα έχει ήπια  μορφή και πότε άγρια ανάλογα με τις απαιτήσεις των καιρών. Όσο άνθιζε η βιομηχανία αντί να μεταβιβάζονται όλο και -περισσότερες εξουσίες πολιτικές και κρατικές στο βιομηχανικό προλεταριάτο αυτές παρέμεναν σκόρπιες στο παλλαϊκό κράτος. 

Δείτε την αστική τάξη πως μοιράζεται τις εξουσίες της με τους μικροαστούς. Ποτέ όμως δεν είχε και δεν έχει αυταπάτες, ότι τον κύριο έλεγχο πρέπει να τον έχει αυτή και ότι σε καιρούς σκληρούς θα πρέπει να σπάσει και τις συμμαχίες της με τμήματα αυτού του κοινωνικού στρώματος, που θα υπάρχει όχι μόνο στον καπιταλισμό αλλά και στον σοσιαλισμό όσο η βιομηχανία δεν θα έχει καταφέρει να καλύψει πλήρως με την παραγωγή της τις ανθρώπινες ανάγκες και θα εξαρτώνται αυτές από την μικρή παραγωγή.

Αυτή η εξέλιξη εκδηλώθηκε και στο πεδίο των θεωρητικών επεξεργασιών. Οι επεξεργασίες των μπολσεβίκων μέχρι την επανάσταση και τα πρώτα χρόνια της οικοδόμησης είχαν προλεταριακό – επαναστατικό – βιομηχανικό χαρακτήρα. Οι εργάτες διατηρούσαν κάτω από τον αυστηρό έλεγχο τους το κράτος και το κόμμα, εκδιώκοντας συστηματικά  τους μικροαστούς από τις γραμμές τους μέσω της πλατιάς, δημόσιας και ανοιχτής διαπάλης εναντίον τους και την καταδίκη τους σε εκείνο ακριβώς το πεδίο που ήταν και πιο καλά εκπαιδευμένοι από την ίδια τους την βιομηχανική ζωή.  Άλλωστε χάρη αυτού του επαναστατικού προλεταριακού βιομηχανικού χαρακτήρα μπόρεσαν και υλοποίησαν την πλατιά εκβιομηχάνιση της ΕΣΣΔ και την αποστολή του σοβιετικού ανθρώπου στο διάστημα.

Από ένα σημείο όμως και μετά όσο φρέναρε η ανοιχτή διαπάλη με τον οπορτουνισμό, ο δογματισμός άρχισε σταδιακά να παίρνει κεφάλι. Οι παλιές επεξεργασίες έγιναν αιώνιες και όποιες νέες επεξεργασίες έπρεπε να γίνουν στο νέο πεδίο της παγκόσμιας αντιπαράθεσης καπιταλισμού – σοσιαλισμού περιορίστηκαν στα στενά πλαίσια κάποιων κομματιών οργάνων. Στα πρόθυρα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου η εργατική τάξη δεν μπόρεσε να δει καθαρά τον ταξικό του χαρακτήρα και στην 3η κομμουνιστική Διεθνή επικράτησε η άποψη ότι ο επερχόμενος πόλεμος θα είναι ιμπεριαλιστικός. Επένδυσαν στην διάσπαση των καπιταλιστικών κρατών, στην επικράτηση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών μεταξύ των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Τα απομνημονεύματα του σοβιετικού πρέσβη Ivan Maisky στην Αγγλία (Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ; Σύγχρονη Εποχή) που περιγράφουν τις απελπισμένες προσπάθειες να πείσει τους Άγγλους αστούς ότι η πολιτική τους έναντι των Γερμανών ναζί είναι λάθος, είναι χαρακτηριστικά. Η ιστορική εμπειρία της παρισινής κομμούνας είχε δώσει απάντηση στο γεγονός γιατί οι Άγγλοι χαϊδεύουν τους Γερμανούς. Όταν η ταξική πάλη οξύνεται, τότε οι εσωτερικοί ανταγωνισμοί των τάξεων μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, είτε μιλάμε για την εργατική τάξη, είτε για την αστική τάξη. Μόνο τα μικροαστικά στρώματα ταλαντεύονται, διασπώνται και ανταγωνίζονται γιατί δεν ξέρουν με ποιο στρατόπεδο είναι πιο συμφέρον να πάνε, το προλεταριακό ή το αστικό; 

Η κατανόηση αυτού του ζητήματος δηλαδή του χαρακτήρα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ήταν και είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να κατανοηθούν τα καθήκοντα της εργατικής τάξης όχι μόνο στην ΕΣΣΔ αλλά της παγκόσμιας εργατιάς, τότε και σήμερα. Αν στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο το σύνθημα της υπεράσπισης της πατρίδας διασπούσε την εργατική τάξη και έβαζε τους εργάτες των διαφορετικών εθνών να σφαχτούν μεταξύ τους, αντίθετα στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο το σύνθημα της υπεράσπισης της πατρίδας διασπούσε το καπιταλιστικό στρατόπεδο. Αυτό το αποδεικνύουν τα γεγονότα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου σε αντιπαράθεση με τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο εκδηλώθηκαν οι λυσσαλέοι ανταγωνισμοί των καπιταλιστών, δεν υπήρχε κανενός είδους πολιτική του κατευνασμού του ενός άξονα απέναντι στον άλλο. Δεν υπήρχαν συμφωνίες τους Μονάχου, ούτε παράξενοι πόλεμοι. Για μερικά στρέμματα γης στο πολεμικό μέτωπο θυσιαζόταν χιλιάδες στρατιώτες. Στην Ελλάδα κανένα τμήμα της αστικής τάξης δεν αποχώρησε αμαχητί και η χώρα διασπάστηκε σε δύο αστικά στρατόπεδα. Για τον βασιλιά Κωνσταντίνο οι εισβολείς ήταν οι  Αγγλογάλλοι στον Πειραιά. Αντίθετα εισβολείς για τον Βενιζέλο ήταν οι  Γερμανο –  βούλγαροι στην Καβάλα. Ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα σε τμήματα της αστικής τάξης ήταν γεγονός και πήρε ένοπλη μορφή. Βλέπετε σε μια μικρή χώρα όπως η Ελλάδα, σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου, οι συμμαχίες δεν είναι κάτι το σταθερό, οι οξύτατοι ανταγωνισμοί των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών οδηγούν αντικειμενικά στην διάσπαση της αστικής τάξης των μικρών εθνών. Αν στις μεγάλες καπιταλιστικές χώρες κυριαρχούν τα συνθήματα της υπεράσπισης της πατρίδας, στις μικρές χώρες κυριαρχούν τα συνθήματα υπεράσπισης της πατρίδας κάτω από την πιο συμφέρουσα συμμαχία. Κάθε συμμαχία αξιοποιεί διαφορετικά επιχειρήματα εξαπάτησης των λαών. Ανερχόμενες καπιταλιστικές δυνάμεις, όπως η Γερμανία, αξιοποιούσαν το γεγονός ότι δεν είχαν προλάβει να επιδείξουν τον δολοφονικό τους ίστρο, ενώ η Αγγλία και η Γαλλία ως παλαιότερες δυνάμεις είχαν να επιδείξουν ως επιχείρημα τη σταθερότητα και τα ανταλλάγματα που μπορούσαν να προσφέρουν στις μικρότερες χώρες αφού είχαν υπό την επιρροή τους το μεγαλύτερο τμήμα του πλανήτη. Ο σοσιαλιστής επαναστάτης εκείνης της περιόδου είχε να αντιπαλέψει τις μικροαστικές αυταπάτες και τα μικροαστικά συμφέροντα που διαπλέκονταν με τα συμφέροντα της αστικής τάξης και που επιδρούσαν καθοριστικά στην εργατική συνείδηση της χώρας του. Το σύνθημα του Λένιν και των Μπολσεβίκων για ήττα της κυβέρνησης μας, συναδέλφωση στον στρατιωτών στο μέτωπο και μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο συμπύκνωνε  τα καθήκοντα των σοσιαλιστών επαναστατών. Αντίθετα τα υπόλοιπα ισχυρά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα προδίδοντας τις προηγούμενες διακηρύξεις τους και την εργατική τάξη συντάχθηκαν με τις αστικές τάξεις των χωρών κάτω από το σύνθημα της υπεράσπισης της πατρίδας. Ανάμεσα στους σοσιαλδημοκράτες άλλοι συντάχθηκαν ανοιχτά και άλλοι συγκαλυμμένα. Το γερμανικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με τεράστιο κύρος μέσα στην εργατική τάξη όχι μόνο της Γερμανίας, αλλά ολόκληρης της Ευρώπης αρνήθηκε να περάσει στην παρανομία, να θυσιάσει τις μαζικές εργατικές οργανώσεις που είχε κάτω από τον έλεγχο της για να διασώσει το επαναστατικό πνεύμα μέσα στην εργατική τάξη. Ο Λένιν και η συνεπής επαναστατική πρωτοπορία των εργατών της Ευρώπης πολέμησαν ανοιχτά την προδοσία των σοσιαλσοβινιστών. Ο Λένιν χαρακτηριστικά έλεγε ότι ο σοσιαλσοβινισμός είναι η εξέλιξη του οπορτουνισμού  στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ότι ήταν προϊόν της μικροαστικής πολιτικής μέσα στο εργατικό κίνημα και ότι το μεγαλύτερο δυστύχημα για τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία ήταν ότι δεν διασπάστηκε νωρίτερα, όπως έπραξαν οι Ρώσοι σοσιαλδημοκράτες από τα πρώτα βήματα της συγκρότησής τους. Πολλοί κομμουνιστές σήμερα στέκονται αποκλειστικά στην διάσπαση του 2ου συνεδρίου του ΣΔΕΚΡ, το οποίο είναι τελείως λάθος. Οι διασπάσεις στη Ρωσική σοσιαλδημοκρατία γίνονταν στη βάση των αντίθετων ταξικών συμφερόντων και εκδηλώνονταν σε θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα μέσα στο εργατικό κίνημα συνολικά. Αυτό έφερνε συνεχείς ανακατατάξεις και εντός των πολιτικών φορέων της σοσιαλδημοκρατίας, διασπάσεις, συμφωνίες, συγκρότηση νέων οργανώσεων και εφημερίδων. Η επαναστατική πρωτοπορία διατηρούσε πάντα τη μεγαλύτερη σταθερότητα οργανωτική και ιδεολογική γιατί στο τέλος της ημέρας κατάφερνε να ξεχωρίζει από τα μικροαστικά στοιχεία που δρούσαν μέσα στο εργατικό κίνημα και στο επαναστατικό κόμμα. Ο Λένιν δεν είχε καμία αυταπάτη ότι μπορεί ένα επαναστατικό κόμμα να ξεμπερδέψει μια και έξω με τον οπορτουνισμό, όσο στην κοινωνία υπάρχει η μικρή παραγωγή, η μικρή ιδιοκτησία. Η μέριμνα για το ξεκαθάρισμα των γραμμών ενός επαναστατικού κόμματος  από τον οπορτουνισμό έπρεπε κατά τον Λένιν να είναι διαρκής και να διεξάγεται ανοιχτά με τέτοιο τρόπο που να διδάσκεται στο σύνολο της η εργατική τάξη. Αυτή η διαπάλη σε πολιτικό επίπεδο κατά τον Λένιν δεν έπρεπε να διασπά την εργατική τάξη ως τάξη, αλλά στα πλαίσια όσο γίνεται της πιο πλατιά ενότητα της τάξης να διεξάγεται η πολιτική διαπάλη για το περιεχόμενο, την κατεύθυνση, την τακτική και την στρατηγική του εργατικού κινήματος.

Στις μικρές χώρες την εποχή του Α΄ ΠΠ, λόγω της καθυστερημένης ανάπτυξης του καπιταλισμού δεν υπήρχε και η ανάλογη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος, οπότε η διαπάλη ανάμεσα στα μικροαστικά στρώματα και την εργατική τάξη δεν πήρε οξυμένη μορφή, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των πρώτων σοσιαλιστών αυτών των χωρών, που έγιναν η βάση για την συγκρότηση αργότερα των κομμουνιστικών κομμάτων. Παρόλα αυτά από τα γεγονότα μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η θέση των επαναστατών έπρεπε να είναι απέναντι και στις δύο εκδοχές της διασπασμένης αστικής τάξης και των συμμάχων τις, είτε την συμμαχία με τους Αγγλογάλλους ιμπεριαλιστές, είτε με τους Γερμανούς ιμπεριαλιστές. 

Αντίθετα στον Β΄ ΠΠ οι αντιθέσεις και η διάσπαση των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών υποτάχθηκαν στην κύρια αντίθεση σοσιαλισμού – καπιταλισμού. Αυτό το αποδεικνύουν μια σειρά γεγονότα όπως η συμφωνία του Μονάχου με την οποία η Αγγλογάλλοι παρέδωσαν την Ευρώπη στους Γερμανούς, αυτό το μαρτυρούν ο παράξενος πόλεμος που κήρυξαν οι Αγγλογάλλοι στη Γερμανία χωρίς να γίνει ούτε μια πολεμική επιχείρηση μετά την κατάληψη της Πολωνίας. Αυτό το αποδεικνύει η εύκολη παράδοση της Γαλλίας στην Γερμανία, παρότι εκείνη την περίοδο ήταν πιο ισχυρή σε οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο. Μα και όλα τα γεγονότα του Β΄ ΠΠ πολέμου το αποδεικνύουν αυτό, από την καθυστέρηση του ανοίγματος του δεύτερου μετώπου, μέχρι τη διάταξη των γερμανικών στρατιών μετά την απόβαση της Νορμανδίας στο ανατολικό και στο δυτικό μέτωπο. Στην Γερμανία ιδιαίτερα ο ταξικός χαρακτήρας του πολέμου εκδηλώθηκε με την μαζική στήριξη του Ναζιστικού καθεστώτος, αφού είχε την στήριξη της παγκόσμιας αστικής τάξης η οποία συμμάχησε με τα μικροαστικά στρώματα της Γερμανίας και τα οποία αξιοποίησε ως εμπροσθοφυλακή για να τσακίσει το εργατικό – κομμουνιστικό κίνημα της Ευρώπης.  

Επίσης στις μικρές χώρες, εκδηλώθηκε  ακριβώς το ίδιο φαινόμενο. Παρά τη διάσπαση που υπήρξε εντός των αστικών δυνάμεων ανάμεσα στις Αγγλόφιλες και στις Γερμανόφιλες, στην πράξη κυριάρχησαν όχι οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί αλλά ο ταξικός ανταγωνισμός. Στην Ελλάδα ο βασιλιάς Γεώργιος αυτή τη φορά Αγγλόφιλος αποχώρησε αμαχητί στην Αίγυπτο, όχι από δειλία, αλλά από ταξικό καθήκον  και ο Τσολάκογλου σαν έτοιμος από χθες υπέγραψε βιαστικά την παράδοση των ελληνικών στρατευμάτων στη Γερμανία, φοβούμενος μην επαναληφθεί το κάζο που έπαθαν οι Ιταλοί στην Ήπειρο όπου παρά τις χαλαρές διακηρύξεις της άρχουσας τάξης για εθνική άμυνα, ο ελληνικός λαός ανέτρεψε με την αποφασιστικότητα του και την δράση του τους σχεδιασμούς τους για συγκαλυμμένη παράδοση. Το ΚΚΕ παρά τις μικροαστικές ταλαντεύσεις, που εκδηλώνονταν μέσα στην κομμουνιστική Διεθνή, πήρε γενικά σωστή θέση υπεράσπισης της πατρίδας, η οποία σε συνθήκες παγκόσμιας αναμέτρησης του καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό και ειδικά στην Ευρώπη, ήταν θέση που διασπούσε την καπιταλιστική συμμαχία και υπηρετούσε την εργατική συμμαχία, αφού αυτός ο πόλεμος ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης για συνένωση της Ευρώπης κάτω από την ηγεσία της ναζιστικής Γερμανίας και την συντριβή του εργατικού κινήματος της Ευρώπης και τη διάλυση του πρώτου εργατικού κράτους στην ιστορία τις ΕΣΣΔ Το γεγονός ότι αυτή η γραμμή δεν οδήγησε ως την κατάκτηση της εξουσία από την εργατική τάξη είχε να κάνει αποκλειστικά με το γεγονός της μη κατανόησης του ταξικού χαρακτήρα αυτού του πολέμου εξ αρχής και ότι απέναντί τους δεν είχαν μόνο τον Γερμανικό καπιταλισμό και την δωσίλογη κυβέρνηση, αλλά σύσσωμη την ελληνική αστική τάξη και τους διεθνείς της συμμάχους Γερμανούς και Αγγλοαμερικάνους, ότι οι ταξικές αντιθέσεις είχαν από καιρό αποκτήσει κυρίαρχη θέση στην πολιτική συνολικότερα και ότι οι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί είχαν από καιρό δευτερεύουσα σημασία. Η συνθήκη της Βάρκιζας ήταν προϊόν του συσχετισμού δυνάμεων στην 3η Κομμουνιστική Διεθνή, της κυριαρχίας της μικροαστικής κατεύθυνσης μέσα στο διεθνές εργατικό κίνημα, η υποτίμηση του ρόλου που είχε να παίξει η διεθνής συμμαχία της εργατικής τάξης και των δυνατοτήτων αυτής της συμμαχίας.

Τα επόμενα χρόνια και στη χώρα μας με τον εμφύλιο ταξικό πόλεμο, αλλά και διεθνώς με μια σειρά ταξικές αναμετρήσεις όπως στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Κορέα, στην Κούβα και μια σειρά άλλες χώρες αποδείχθηκε ότι η γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ήταν πολύ πίσω από τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης που είχαν διαμορφωθεί στη διεθνή ταξική πάλη. Τα κομμουνιστικά κόμματα μετρούσαν τους συσχετισμούς δύναμης με αστικούς οικονομικούς και στρατιωτικούς όρους, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ανεβασμένο επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης διεθνώς. Τα κομμουνιστικά κόμματα από φορείς της εργατικής πολιτικής στην πορεία μεταλλάχθηκαν σε φορείς της μικροαστικής πολιτικής. Προϊόν αυτής της πολιτικής ήταν η διάλυση της κομμουνιστικής διεθνούς (15 Μαΐου 1943), το σύνθημα της ειρηνικής συνύπαρξης του καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό, το φρενάρισμα της ανάπτυξης των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής στις ΕΣΣΔ,  της διάσπασης του κομμουνιστικού κινήματος (ευρωκομμουνισμός, Μαοϊσμός και μια σειρά άλλες φράξιες). Η ιστορία έδειξε ότι ο συμβιβασμός με την μικροαστική πολιτική δεν φέρνει την ενότητα της εργατικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα αλλά αντίθετα την διάσπαση της συμμαχίας και την υπονόμευση της επαναστατικής – προλεταριακής πολιτικής. Μόνο η αμείλικτη πολεμική ενάντια στον μικροαστικό οπορτουνισμό μπορεί να φέρει κοντά στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα με τις λιγότερες δυνατές ταλαντεύσεις και όσο πιο σταθερή είναι η εργατική τάξη τόσο πιο πλατιά και σταθερή μπορεί να είναι η συμμαχία με τα μικροαστικά στρώματα. Στην ταξική πάλη αποδείχθηκε ότι οι συμμαχίες ανάμεσα στις τάξεις, σε όλες τις ιστορικές φάσεις, είναι προσωρινές και ότι η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ότι όσο προχωράει η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής, οι ταξικές αντιθέσεις όχι μόνο δεν αμβλύνονται όπως φαντάζονται οι μικροαστοί οπορτουνιστές αλλά αντίθετα οξύνονται. Η εργατική τάξη πρέπει να διατηρεί πάση θυσία την αυτοτέλεια της ως οργάνωση, ώς πολιτική, ως κόμμα και να μην τη μοιράζεται με άλλες τάξεις. Μόνο έτσι μπορεί στο κίνημα και στην οικονομία να αναπτύξει συμμαχίες με άλλα κοινωνικά στρώματα χωρίς τον κίνδυνο να υπονομευθεί η επαναστατική γραμμή. Η θέση ενός επαναστατικού κόμματος σε συνθήκες πολέμου καθορίζεται από τη στάση του στην ειρηνική περίοδο ανάπτυξης της ταξικής πάλης. Στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο το κόμμα των μπολσεβίκων κράτησε επαναστατική γραμμή γιατί στην ειρηνική περίοδο ξεκαθάριζε τις γραμμές του από τα μικροαστικά στοιχεία, τη μικροαστική πολιτική, που αναπτύσσεται αντικειμενικά σε όλα τα κόμματα συνεχώς όσο θα υπάρχει μικρή παραγωγή στην κοινωνία μας. Αντίθετα το αδυνάτισμα αυτής της δουλειάς απομάκρυνε το κομμουνιστικό κίνημα από τον επιστημονικό διαλεκτικό υλισμό. Το κομμουνιστικό κίνημα στάθηκε δογματικά στη θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό χωρίς να μπορέσει να δει τις νέες νομοτέλειες που καθόριζαν την λειτουργία των δύο ανταγωνιστικών κοινωνικών συστημάτων. 

Σήμερα, μετά τις αντεπαναστάσεις και την παγκόσμια κυριαρχία του καπιταλισμού, η ανθρωπότητα στο επίπεδο των σχέσεων παραγωγής επιστρέφει σε μια εποχή προεπανστατική όμως τα μέσα παραγωγής παραμένουν προϊόν των αναπτυγμένων σχέσεων παραγωγής. Αυτό φέρνει σε πλήρη αντίθεση τις σχέσεις παραγωγής με τα μέσα παραγωγής. Αυτές οι σχέσεις είναι ανίκανες να διαχειριστούν αυτήν την τεχνολογία, αυτήν την παγκοσμιοποιημένη παραγωγή, αυτόν τον ανθρώπινο πληθυσμό και αυτό εκφράζεται με την καταστροφή του περιβάλλοντος, με τους καταστροφικούς πολέμους, με το φρενάρισμα συνολικότερα στην ανάπτυξη της οικονομίας. Οι ρυθμοί ανάπτυξης ειδικά μετά την οικονομική κρίση του 2008 συνεχώς μειώνονται. Αυτό έχει αντανάκλαση και σε όλες τις κοινωνικές λειτουργίες του ανθρώπου από τη μείωση της αναπαραγωγής του μέχρι την παρακμή στο επίπεδο της συνείδησης και του πολιτισμού. Η φάση που βρισκόμαστε μπορούμε να πούμε ότι προσομοιάζει περισσότερο με τις συνθήκες του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και όχι με τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ, το κόμμα με την μεγαλύτερη επιρροή μέσα στην εργατική τάξη της χώρα μας. Η διαφορά είναι ότι σήμερα ο ιμπεριαλισμός οδηγούμενος στην γενική του κρίση δεν αρκείται με το φρενάρισμα της ανάπτυξης των μέσων παραγωγής, αλλά οδηγείται αντικειμενικά στην τεράστια καταστροφή κεφαλαίου που παράχθηκε κάτω από την καθοριστική επίδραση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτή η διαπίστωση δεν είναι αμελητέα υπόθεση γιατί από αυτό το συμπέρασμα προκύπτει και η απάντηση στο ερώτημα ποια είναι τα άμεσα καθήκοντα της επαναστατικής πρωτοπορίας  της εργατικής τάξης.

Η αντεπανάσταση μπορεί να αφόπλισε προσωρινά την εργατική τάξη και να μην διαθέτει τον δικό της πολιτικό φορέα, όμως η ανασυγκρότησή του είναι θέμα χρόνου. Οι αντικειμενικές συνθήκες για τη συγκρότηση του εμφανίστηκαν πριν  170 χρόνια με την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων στην Αγγλία. Σήμερα με τα μέσα που διαθέτει η εργατική τάξη στα χέρια της αυτή η διαδικασία θα ολοκληρωθεί σε πολύ πιο σύντομο χρόνο από την εποχή του σιδηροδρόμου και  σε πολύ πιο διεθνή έκταση από την εποχή της πρώτης εργατικής Διεθνούς, αφού και τα σημερινά μέσα παραγωγής συνενώνουν με πολύ μεγάλες ταχύτητες το σύνολο του πλανήτη. Ο παγκοσμιοποιημένος τρόπος παραγωγής παρά την υποχώρηση που γνωρίζει τα τελευταία χρόνια ο ρυθμός ανάπτυξης του οδηγεί την εργατική τάξη, το βιομηχανικό προλεταριάτο να αποκτά πιο  διεθνή συνείδηση απ’ ότι παλαιότερα. Οι συνθήκες, από τη σκοπιά της ανάπτυξης των μέσων παραγωγής είναι όχι απλά ώριμες, αλλά πολύ πιο μπροστά από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Το ίδιο ώριμες είναι και οι συνθήκες για την εγκαθίδρυση των σοσιαλιστών σχέσεων παραγωγής. Αν το 1914 οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι εγκαινίαζαν την εποχή των σοσιαλιστικών επαναστάσεων σήμερα μπαίνουμε στην εποχή της οριστικής ανατροπής των καπιταλιστικών σχέσεων παγκοσμίως. 

Οι σημερινοί πόλεμοι, τα σημερινά αδιέξοδα που βιώνει η παγκόσμια εργατική τάξη, που ολοένα βαθαίνουν και κάνουν τη ζωή της ακόμα πιο δύσκολη, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η εποχή της ραγδαίας ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας μας στα χρόνια 1950-2008 ήταν προϊόν των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Η μη ύπαρξή τους μας οδηγεί σήμερα στους καταστροφικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, τις καπιταλιστικές κρίσης και στην καταστροφή κρατικών καπιταλιστικών υποδομών που έπαιζαν στο παρελθόν ρόλο υποστηρικτικό στην διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου, όπως κρατικά συστήματα υγείας, παιδείας, ενέργειας, στέγασης κτλ. Αυτό το γεγονός οφείλει κάθε γνήσιος μαρξιστής – λενινιστής κάθε γνήσιος επαναστάτης να μην αμελεί ποτέ, να το θέτει ως κύριο στοιχείο στην διαφώτιση της εργατικής τάξης. Η αμέληση αυτού του γεγονότος ισοδυναμεί με παραίτηση της εργατικής τάξης από το πιο ατράνταχτο επιχείρημα της, ότι ο πλανήτης μας, χωρίς την εργατική εξουσία, οδηγείται στην παρακμή.

Μπροστά στη γενίκευση του νέου ιμπεριαλιστικού πολέμου, βγάζοντας συμπεράσματα από την ιστορία, τα καθήκοντα της επαναστατικής πρωτοπορίας που προκύπτουν γίνονται συγκεκριμένα. Στις σημερινές συνθήκες κάθε επαναστάτης οφείλει να δουλεύει ακούραστα για την ήττα της κυβέρνησής του σε αυτόν τον πόλεμο. Αντί να κλαψουρίζει για τις συνέπειες του πολέμου οφείλει να αναδεικνύει τις νέες προοπτικές που ανοίγονται σε αυτόν τον πόλεμο. Ο πόλεμος διασπά το αστικό στρατόπεδο και σπάει τις συμμαχίες της αστικής τάξης με τα μικροαστικά στρώματα. Οι πολεμικές ανάγκες οδηγούν εκατομμύρια αγρότες και αυτοαπασχολούμενους στην καταστροφή και στην προλεταριοποίηση τους. Η καπιταλιστική παραγωγή συγκεντρώνεται στον μέγιστο βαθμό. Μαζί της συγκεντρώνει και την εργατική τάξη, πλαισιώνοντάς την με νέες δυνάμεις από τους κατεστραμμένους αγρότες και αυτοαπασχολούμενους της πόλης. Η εργατική τάξη εμπλουτίζεται με μορφωμένους κατεστραμμένους οικονομικά αυτοαπασχολούμενους και τα κατεστραμμένα μικροαστικά στρώματα διδάσκονται την εργατική πειθαρχία στις καπιταλιστικές βιομηχανίες και στα πολεμικά μέτωπα. Ο πόλεμος μετακινεί εκατομμύρια ανθρώπους από τον τόπο τους στα μεγάλα αστικά κέντρα και μακριά από τις πατρίδες τους. Ο πόλεμος σπάει μικροαστικές παραδόσεις και προλήψεις παλαιότερων χρόνων, συνενώνει με την βία εκατομμύρια εργάτες διαφορετικών εθνοτήτων σε ένα ενιαίο σύνολο. Η εθνική συνείδηση υποχωρεί μπροστά στην ταξική συνείδηση και εκπαιδεύει εκατομμύρια εργάτες και στρατιώτες να εργάζονται σε εντατικούς ρυθμούς κάτω από αυστηρή συγκεντρωτική πειθαρχία. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος δημιουργεί όλους αυτούς τους όρους που είναι απαραίτητοι για την προλεταριακή επανάσταση. Αντί οι επαναστάτες να κλαψουρίζουν για τις συνέπειες του, αντί να προσπαθούν με άσκοπες ενέργειες να εμποδίσουν την εξέλιξη των πραγμάτων με τις λιγοστές δυνάμεις που διαθέτουμε οφείλουμε να αξιοποιούμε τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται. Η συγκρότηση εργατικού επαναστατικού κόμματος είναι πρώτιστο καθήκον. Χωρίς την απόσπαση των πιο συνειδητοποιημένων εργατών που εργάζονται στις καπιταλιστικές βιομηχανίες είναι γελοίο να συζητάμε για επανάσταση. Όλες οι δράσεις μας, όλη η αρθρογραφία μας, όλα τα γεγονότα της στιγμής πρέπει να κατευθύνονται και να αξιοποιούνται προς αυτή την κατεύθυνση, πως θα οργανώσουμε σε κόμμα την πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Η οργανωμένη πρωτοπορία της εργατικής τάξης είναι η μόνη ικανή δύναμη που μπορεί να οδηγήσει μέχρι τέλους την σοσιαλιστική επανάσταση, είναι η μόνη ικανή δύναμη που μπορεί να συνενώσει την μεγάλη πλειονότητα της εργατικής τάξης και τους συμμάχους της μέχρι την επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Όσοι αναβάλουν αυτή την δουλειά σήμερα ή σπαταλάνε τις δυνάμεις σε δευτερεύοντα ζητήματα, με οποιοδήποτε πρόσχημα, υπονομεύουν την επαναστατική προετοιμασία. Τέτοιοι υπονομευτές είναι όλοι οι μικροαστοί πολιτικάντηδες που δεν αναγνωρίζουν στους εργάτες τη δύναμη, που μπορεί να ανατρέψει τον καπιταλισμό και να εδραιώσει τον σοσιαλισμό. Τέτοιους μικροαστούς πολιτικάντηδες έχουμε στη χώρα πλειάδα, από τον κ. Βαρουφάκη, την κ. Κωνσταντοπούλου μέχρι τον κ. Τσίπρα, που τελευταία συνδιαλέγεται ανοιχτά με το εφοπλιστικό κεφάλαιο της χώρας μας.       Τέτοιοι υπονομευτές είναι όλοι αυτοί οι μικροαστοί επαναστάτες που με τους τυχοδιωκτισμούς τους νομίζουν ότι θα ξεσηκώσουν τον λαό χωρίς να προηγηθούν μια σειρά απο γεγονότα που θα ωριμάσουν αντικειμενικά την συνείδηση της. Στην χώρα μας παρότι αυτού του είδους οι τυχοδιώκτες έχουν ξεφουσκώσει μετά το φούντωμα που είχαν γνωρίσει την περίοδο της κρίσης το 2008-2012 σήμερα επανεμφανίζονται πιο προσεγμένοι με πιο ταξικό πρόσημο σε οργανώσεις όπως ο Ρουβικώνας και μια σειρά αναρχικές ομάδες που αρνούνται την ηγετική θέση του βιομηχανικού προλεταριάτου και ανάγουν την επανάσταση σε ζήτημα ηθικής.      Τέτοιοι υπονομευτές είναι και όσοι δεν έχουν την υπομονή να κάνουν σοβαρή, υπομονετική ζύμωση με την εργατική τάξη και καλούν την εργατική τάξη σε αποτυχημένες ενέργειες, όπως  οι δεκάδες αποτυχημένες γενικές απεργίες στην χώρα μας, που έχουν καταντήσει παρωδία μικροαστών που καμώνονται ότι εκπροσωπούν τους εκατομμύρια εργάτες. Αυτού του είδους οι υπονομευτές στη χώρα μας εμφανίζονται κυρίως σε κόμματα όπως το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και μια σειρά μικρά πολιτικά σχήματα που αυτοπροσδιορίζονται ως αριστερά ή ως κομμουνιστικά.

Σήμερα για την οργάνωση της εργατικής τάξης σε συνθήκες πολεμικών προετοιμασιών είναι σημαντική προϋπόθεση η διαφώτισή της, η αποκάλυψη στα μάτια της, του πραγματικού χαρακτήρα του σημερινού πολέμου. Ότι ο σημερινός πόλεμος είναι  ιμπεριαλιστικός, γι’ αυτό και ληστρικός από όλες τις εμπλεκόμενες μεριές. Ότι αυτός ο πόλεμος γίνεται για το ξαναμοίρασμα του πλανήτη ανάμεσα στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα, ανάμεσα στα πανίσχυρα καπιταλιστικά μονοπώλια, για την διαιώνιση της κυριαρχίας των καπιταλιστικών μονοπωλίων, η οποία είναι αντικειμενικά εις βάρος της εργατικής τάξης. Αυτός ο πόλεμος επειδή γίνεται στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού είναι αντιδραστικός και άδικος από όλες τις μεριές και δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, γιατί είναι ο τρόπος λειτουργίας του καπιταλισμού που οδηγεί τους καπιταλιστές σε πολεμική σύγκρουση και όχι τα τερτίπια της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, τα ήθη και οι συνήθειες ενός έθνους, τα θρησκευτικά πιστεύω ενός έθνους, η θέληση της μιας ή της άλλης τάξης, του ενός ή του άλλου κόμματος. Οι αιτίες του σημερινού πολέμου ξεκινούν από την καπιταλιστική αντεπανάσταση και καταλήγουν στην τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου που αδυνατεί να βρει καινούργια πεδία κερδοφορίας. Για το κεφάλαιο η εξεύρεση ελεύθερου χώρου είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου γι’ αυτό και είναι σε θέσει να διαπράξει το χειρότερο έγκλημα και να μισθώσει τα χειρότερα αποβράσματα της ανθρωπότητας για αυητή τη δουλειά, να βρει τους κατάλληλους κυβερνήτες, τα κατάλληλα μέσα, τους κατάλληλους νόμους και να διαμορφώσει το ανάλογο κράτος με το οποίο διαπλέκετε χρόνια έχοντας διαφθείρει μέχρι και τον τελευταίο κρατικό ελεγκτή. Στις συνθήκες της παγκόσμιας κυριαρχίας του καπιταλισμού, στις συνθήκες όπου τα κλαμπ των δισεκατομμυριούχων διορίζουν τις κυβερνήσεις τους σε όλα τα κράτη, το να πιστεύει κανείς ότι μπορούν κάποιες από αυτές τις κυβερνήσεις, είτε μιλάμε για τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Ρωσία, την Κίνα αλλά και όλες τις περιφερειακές και μικρότερες δυνάμεις να παίξουν αντιιμπεριαλιστικό ρόλο και αυτό να το ανάγει σε πολιτική ζύμωσης στην εργατική τάξη, ισοδυναμεί με το να καλεί κανείς τους εργάτες παγκοσμίως να αλληλοσφαχτούν για τα συμφέροντα των μεγαλοκαπιταλιστών. Οπότε, όταν κάποιος σήμερα καταγγέλλει τον  ιμπεριαλισμό ως ιδιότητα ενός μέρους του παγκόσμιου συστήματος, είτε το κάνει συνειδητά είτε όχι, έχει κιόλας νομιμοποιήσει το επερχόμενο σφαγείο και  βρίσκεται ήδη στην αγκαλιά της μικροαστικής πολιτικής στο χάιδεμα των μικροαστών που καταστρέφονται από την πολιτική της μιας συμμαχίας και αναζητούν λύτρωση στην αλλαγή συμμάχων με την προοπτική της απόσπασης ενός βιώσιμου κομματιού από την πολεμική οικονομία. Τέτοια θέση έχουν πάρει τα κομμουνιστικά κόμματα της συμμαχίας των BRICS τα οποία έχουν κερδίσει επάξια μια θέση πλάι   στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της ΝΑΤΟικής συμμαχίας. Ο σημερινός πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση οποιονδήποτε συμφερόντων της εργατικής τάξης από κάποια εξωτερική επέμβαση όπως έγινε στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο η εργατική τάξη στάθηκε απέναντι στην εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας σε όλη την Ευρώπη, η οποία έγινε με τις ευλογίες της ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης για να συντριβεί το εργατικό κίνημα. Η συσχέτιση που κάνουν πολλές αριστερές πολιτικές δυνάμεις  του σημερινού πολέμου με τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ανοίγει επίσης την πίσω πόρτα στον οπορτουνισμό. Η υπεράσπιση της πατρίδας στις συνθήκες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου υπηρετούσε τη  διάσπαση των καπιταλιστών, οι οποίοι όχι μόνο δεν είχαν διάθεση να αμυνθούν απέναντι στους ναζί αλλά ήταν στις επιδιώξεις τους η παράδοση της χώρας. Σήμερα δεν μπαίνει κανένα ζήτημα υπεράσπισης της πατρίδας, αλλά η υπεράσπισης μόνο των καπιταλιστικών συμφερόντων. Στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπως διδάσκει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, ειδικά για τα μικρά έθνη, δεν υπάρχει εισβολέας και σύμμαχος. Αυτός που παρουσιάζεται ως εισβολέας από ένα τμήμα της αστικής τάξης είναι σύμμαχος ενός άλλου τμήματος της άρχουσας τάξης και ανάποδα. Στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου η ιστορία του Α΄ παγκοσμίου πολέμου αλλά και όλοι οι σημερινοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι διδάσκουν ότι η διάσπαση στα μικρά έθνη είναι νομοτέλεια, οπότε οι επαναστάτες πρέπει να έχουν ανοιχτό μέτωπο προς όλες τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Στη χώρα μας η θέση του ΚΚΕ στο πρόγραμμα του για αμυντικό πόλεμο κατά της αστικής τάξης-εισβολέα είναι προβληματική και ανοίγει δρόμο στον οπορτουνισμό και αυτός εκδηλώθηκε ήδη με τον πόλεμο στην μέση ανατολή όταν στις θέσεις του 22ου συνεδρίου προκρίνει ως ιδεολογικοπολιτικό ζήτημα σημασίας το δυνάμωμα της αλληλεγγύης στους λαούς της Μ. Ανατολής που παλεύουν ενάντια στην ξενική κατοχή, αντί να προκρίνει ως πρώτιστο καθήκον την αλληλεγγύη στους λαούς της Μ. Ανατολής που παλεύουν ενάντια στην καπιταλιστική υποδούλωση που τους επιβάλλουν οι κυβερνήσεις τους πότε σε συμμαχία με το ένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και πότε με το άλλο. Είναι χρέος μας να καταγγέλλουμε την ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της ΕΕ στην Μ. Ανατολή, όμως αυτό δεν μπορεί να καταλήγει στο να συμβουλεύεις τους λαούς της Μ. Ανατολής να υποταχθούν στα καλέσματα της υπεράσπισης της πατρίδας. Η εργατική τάξη κάθε χώρας είναι θύμα πρώτα και κύρια της δικιάς του κυβέρνησης και για να μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά σε κάθε ξένη επέμβαση θα πρέπει πρώτα και κύρια να απαλλαχθεί πρώτα από την δικιά του κυβέρνηση, γι’ αυτό και η εργατική τάξη κάθε έθνους οφείλει να αξιοποιεί τις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου για να ανατρέψει το καπιταλιστικό σύστημα και όχι να ξεπέφτει στην μικροαστική πολιτική της υπεράσπισης της πατρίδας. Στον σημερινό πόλεμο η μόνη επαναστατική απάντηση είναι η μετατροπή του σε ταξικό πόλεμο. Στον πόλεμο αυτόν οφείλουμε να δουλέψουμε για το δυνάμωμα της διεθνούς αλληλεγγύης της εργατικής τάξης, για την συμφιλίωση των στρατιωτών στα μέτωπα και την προετοιμασία για την μετατροπή αυτού του πολέμου σε επανάσταση ενάντια στις κυβερνήσεις μας που των διεξάγουν. Οι εργατική τάξη των μικρών εθνών οφείλουν ακόμα παραπάνω από τα μεγάλα έθνη να συσφίξουν την διεθνή τους φιλία μέχρι την συνένωση τους απέναντι στις κυβερνήσεις τους και τους διεθνείς τους συμμάχους. Η εργατική τάξη μπορεί και πρέπει να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες και τον παγκόσμιο καταμερισμό της παραγωγής για την ενίσχυση της διεθνούς συμμαχίας του. Οι επαναστάτες στα μεγάλα έθνη οφείλουν να καταπολεμούν την τάση επιβολής του έθνους τους στα μικρότερα έθνη και ανάποδα οι επαναστάτες στα μικρά έθνη πρέπει να δώσουν τη μάχη ενάντια στην τάση των μικρών εθνών να θέλουν να στέκονται αυτόνομα, αλλά να επιδιώκουν την συνένωση των εθνών κάτω από το ενιαίο εργατικό κράτος.  Οι επαναστάτες σήμερα δεν πρέπει να έχουν ψευδαισθήσεις ότι μπορούν να εμποδίσουν το ξέσπασμα του πολέμου, ότι με μια απεργία ή με εκτεταμένα σαμποτάζ μπορούν να σταματήσουν την επιστράτευση ή την τροφοδοσία του μετώπου με πολεμικό υλικό. Τα παραδείγματα από τον  Β΄ παγκόσμιο πόλεμο δεν έχουν καμία σχέση με τις σημερινές αντεπαναστατικές συνθήκες, το επίπεδο της ταξικής συνείδησης στις συνθήκες της αντεπανάστασης δεν έχει καμία σχέση με τις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αξιοποιείται κάθε αυθόρμητη προσπάθεια που γίνεται από τους εργάτες και το δημοκρατικό κίνημα να βάλει εμπόδια στην εξέλιξη του πολέμου. Μέσα από τέτοιες αυθόρμητες δράσεις μπορούμε να βοηθήσουμε, πρώτα και κύρια την εργατική τάξη, να έρθουμε κοντά της και να της δώσουμε να καταλάβει τον χαρακτήρα αυτού του πολέμου, να την εκπαιδεύσουμε και να εκπαιδευτούμε σε νέες μορφές οργάνωσης και να της εξηγήσουμε μέσα και από την εξελισσόμενη πείρα ότι τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να ανατρέψουν την πορεία του πολέμου, ότι η επαναστατική ανατροπή της άρχουσας τάξης είναι βασική προϋπόθεση για να βγει κερδισμένη από τον πόλεμο και όχι πάλι αλυσοδεμένη με τα καπιταλιστικά δεσμά. Στα μικρά έθνη, λόγω της θέσης τους στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, οι κυβερνήσεις τους έχουν πιο επισφαλή θέση και ως προς την αποδυνάμωση της κυβέρνησης, η δουλειά μας είναι πιο εύκολη. Όμως ως προς την αναμέτρηση με τον οπορτουνισμό μέσα στο εργατικό – επαναστατικό κίνημα η διαπάλη είναι πιο δύσκολη γιατί είναι πιο δύσκολο να διακριθούν οι ενδοαστικές αντιπαραθέσεις από τις ταξικές αντιθέσεις μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης.  Σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου θα βρούμε μεγαλύτερη δυσκολία να εξηγήσουμε γιατί η αλλαγή εθνικών συμμάχων δεν θα αλλάξει και δεν θα απαλύνει την καπιταλιστική καταπίεση αλλά αντίθετα θα μας βάλει στο κέντρο του κυκλώνα των ιμπεριαλιστικών πολέμων και ότι σε μια τέτοια εξέλιξη αντί να κλαίμε τη μοίρα μας θα πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα διδάγματα της εργατικής τάξης  για να βάλουμε μπρος το σχέδιο μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικού-επαναστατικού προοδευτικού πολέμου της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική. Οι επαναστάτες δεν πρέπει να φοβόμαστε τις εξελίξεις, αλλά να τις μελετάμε με ακρίβεια, να βγάζουμε διαλεκτικά τα σωστά συμπεράσματα και να ορίζουμε τα επαναστατικά μας καθήκοντα. Στην έναρξη του πολέμου θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε την ορμή του εθνικιστικού ενθουσιασμού όμως η πορεία του πολέμου θα προετοιμάσει το έδαφος για να ξεδιπλώσουμε τη δικιά μας δράση. Η σημερινή μας προετοιμασία μπορεί να μην δώσει φανταχτερά μεγάλα αποτελέσματα άμεσα, όμως αυτή η προετοιμασία είναι τόσο απαραίτητη ώστε να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις κρίσιμες στιγμές, όπως η προσηλωμένη προετοιμασία χρόνων που κάνει ένας αθλητής για να δώσει μια τελική μεγάλη παράσταση που μπορεί να διαρκέσει και μερικά μόνο δευτερόλεπτα, γιατί στην ιστορία, στη ζωή και σε όλα τα φαινόμενα ισχύει ότι όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η στιγμή.

Υ.Γ. Τον όρο βιομηχανία δεν τον χρησιμοποιώ με την αστική του έννοια αλλά ως μαρξιστικό όρο ο οποίος προσδιορίζει ως βιομηχανία τον αναπτυγμένο τρόπο παραγωγή αγαθών, τα οποία στον καπιταλισμό παρουσιάζονται ως εμπορεύματα, ενώ στον σοσιαλισμό ως κοινωνικά αγαθά. Αυτό που ξεχωρίζει την βιομηχανική παραγωγή από την υπόλοιπη παραγωγή δεν είναι η βαριά εργασία, η βασανιστική χρήση βαριών μηχανών και η επεξεργασία σκληρών μετάλλων όπως έχουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν ακούνε τον όρο βιομηχανία, αλλά η συνδυασμένη εργασία πολλών ανθρώπων και μηχανών διαφορετικών διαβαθμίσεων και εξειδίκευσης μηχανών και εργατών, ο συνδυασμός στην παραγωγή διαφορετικών επιστημονικών κλάδων για την παραγωγή ενός αγαθού που στην εποχή μας αυτό το αγαθό μπορεί να έχει χειροπιαστή μορφή ή όχι. Δηλαδή μπορεί να φέρει την μορφή ενός πράγματος, όπως για παράδειγμα ένα κινητό τηλέφωνο  ή την μορφή μια υπηρεσίας όπως είναι οι υγειονομικές ή οι τουριστικές υπηρεσίες οι οποίες στην εποχή μας είναι πλήρως βιομηχανοποιημένες. Αυτό το αναφέρω γιατί με τον αστικό όρο της βιομηχανίας πετάμε εκτός του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού ένα πολύ μεγάλο αριθμό εργατών οι οποίοι από τον τρόπο παραγωγής έχουν όλα τα προσόντα για να πρωτοστατούν στην πάλη για την σοσιαλιστική επανάσταση και την σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Απάντηση

Discover more from ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Class consciousness Klassenbewusstsein Conscience de classe Классовое сознание 阶级意识 Ndërgjegje klase Класна свест Класово съзнание Sınıf bilinci

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading