By

ΕΚΛΟΓΕΣ

Spread the love

ΕΚΛΟΓΕΣ

ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΧΕΙΡΑΓΩΓΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

ΜΕΣΩ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΑΠAIΔΑΓΩΓΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΤΑΞΗ

Κάθε φορά που το σύστημα δυσκολεύεται να αναπαραχθεί, κάθε φορά που δυσκολεύεται στον βηματισμό του η μαγική λέξη που ακούγεται παντού είναι μία. ΕΚΛΟΓΕΣ…

Στα μεγάλα δικηγορικά γραφεία, στα μεγάλα λογιστικά γραφεία, στους διαδρόμους των δικαστηρίων, στα γραφεία των υψηλόβαθμων αξιωματικών του στρατού και της αστυνομίας, στα εφοπλιστικά γραφεία, στα συντακτικά δημοσιογραφικά γραφεία, στις διοικήσεις μεγάλων κρατικών οργανισμών, εκεί που ο κόσμος της εργασίας συναντιέται με τον κόσμο του παρασιτισμού, η συζήτηση για τις εκλογές γίνεται όλο και πιο επαναλαμβανόμενη, όλο και πιο ζωντανή, με άγριο ενδιαφέρον για τους εμπλεκόμενους συνομιλητές, ενώ όσο απομακρύνεται κανείς προς τον κόσμο της παραγωγής η συζήτηση ατονεί. Οι προϊστάμενοι, τα αφεντικά, οι διευθυντές διακόπτουν κάθε συζήτηση που ανοίγει ανάμεσα στους εργάτες και τους υπενθυμίζουν με δεικτικό τρόπο τις υποχρεώσεις τους στην παραγωγή και τα χρονικά όρια, που όσο διαρκούν οι εκλογές αυτά συμπιέζονται, λόγω των αναγκών της οικονομίας σε συνθήκες εκλογικής αναμέτρησης. Βλέπετε, τα ρουσφέτια, τα έργα βιτρίνας, αλλά και τα χρήματα που πέφτουν στην αγορά για να εξαγοραστούν οι κατάλληλοι άνθρωποι, δίνουν μια ώθηση στην παραγωγή την οποία ο εργάτης βιώνει με την εντατικοποίηση της εργασίας του.

Μέσα σε αυτές τις συζητήσεις πίσω από την μεγαλοπρεπή υποκρισία περί πατρίδας, βλέπεις να ξεδιπλώνονται τα διαφορά κεντρικά σχέδια των αστικών επιτελείων που υπηρετούν τα διάφορα ανταγωνιστικά σχέδια. Ήρεμα νερά και τουριστικές μπίζνες με Τούρκους και Ισραηλινούς, φθηνό φυσικό αέριο από Ρωσία και αποστάσεις από την ΕΕ, καλές σχέσεις με Κίνα και την COSCO αλλά μην τα χαλάσουμε με τους Αμερικάνους, Rearm Europe και τρισεκατομμύρια ευρώ χρηματοδότηση για αγορά ή συμπαραγωγή όπλων, σταθερή κυβέρνηση με σταθερές και αξιόπιστες συμμαχίες ΗΠΑ, ΝΑΤΟ, ΕΕ και Ισραήλ, κάθετοι άξονες, μεταφορά LNG και πάει λέγοντας.

Πολλά τα λεφτά, πολλοί οι μνηστήρες και η νύφη… μία.

Μαζί με την υποκρισία και το παραμύθι για το μεγαλείο της πατρίδας από κάθε ομάδα προκρίνονται σχέδια για την οικονομία που υποτίθεται θα μας ωφελήσουν άπαντες. Μόνο που πίσω από κάθε χρηματοδοτικό πακέτο βγαίνουν μαχαίρια και ξεστομίζονται απειλές. Πότε πότε και δημόσια.

Η οικονομία δεν πάει καλά και όχι μόνο για την μικρή Ελλάδα, αλλά παγκόσμια.

Μετά τις ανατροπές στις σοσιαλιστικές  χώρες το κεφάλαιο αναπτύχθηκε εις βάρος των εργατικών κατακτήσεων. Οι σοσιαλιστικές σχέσεις παραγωγής δεν υπάρχουν πια, ούτε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο καπιταλισμό με τον σοσιαλισμό που οδηγούσε την παραγωγή μπροστά και μαζί τις εργατικές κατακτήσεις παντού σε όλο τον κόσμο. Οι ανατροπές δεν έφεραν δυστυχία μόνο στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες που στην πλειονότητα τους οι λαοί αυτών των χωρών αναπολούν τον σοσιαλισμό με νοσταλγία, αλλά και στις χώρες του υπαρκτού καπιταλισμού, στις οποίες η ζωή του εργάτη έχει γίνει ,επίσης, χειρότερη λόγω των ανατροπών.  

Το ανέκδοτο που κυριαρχεί σήμερα στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, είναι ότι την ανωτερότητα του σοσιαλισμού δεν την απέδειξαν οι κομμουνιστές, αλλά οι καπιταλιστές και αυτό είναι μια πολύ μεγάλη αλήθεια, που μέσα της συμπυκνώνει την παρακμή και τον οπορτουνισμό των κομμουνιστικών κομμάτων εκείνης της εποχής και την ανωτερότητα του σοσιαλισμού, ο οποίος, παρά την οπορτουνιστική επικράτηση των μικροαστών στο κράτος και στο κόμμα, κατάφερνε ως σύστημα να εξασφαλίζει τις βασικές ανάγκες του ανθρώπου στην εποχή του.

Αυτό το αποδεικνύει σήμερα η σήψη στην οποία έχει περιέλθει ο καπιταλισμός. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και των υπέρ υπερηχητικών πυραύλων το σύστημα δεν μπορεί να δώσει στον άνθρωπο όχι αυτά που είχαν οι εργάτες στα σοσιαλιστικά κράτη τότε, αλλά ούτε αυτά που είχαν οι εργάτες στις καπιταλιστικές χώρες την εποχή της ανταγωνιστικής συνύπαρξης των δυο κοινωνικών συστημάτων. 

Προϊόν της καπιταλιστικής αντεπανάστασης ήταν η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2020, που εκδηλώθηκε μέσω της πανδημία του COVID-19. Προϊόν της λειτουργίας του καπιταλισμού σε συνθήκες αντεπανάστασης είναι η σημερινή ενεργειακή φτώχεια, η υγειονομική φτώχεια, η μορφωτική φτώχεια, η στεγαστική φτώχεια, η περιβαλλοντική καταστροφή, η μαζική μετανάστευση φτωχών ανθρώπων, η πολιτιστική εξαχρείωση, που εκφράζεται μέσα στο καλλιτεχνικό, αθλητικό και πολιτικό πεδίο. Προϊόν της είναι η απροκάλυπτη γενοκτονία που διαπράττει το κράτος του Ισραήλ στην Παλαιστίνη και η ανοιχτή εκδήλωση στήριξης από μεγάλο μέρος αστών και μικροαστών δημοσιολόγων. Προϊόν της είναι η μεγάλη υποχώρηση που γνώρισε το παγκόσμιο εργατικό κίνημα.

Επίσης προϊόν της αντεπανάστασης είναι και η ραγδαία όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών ανάμεσα στα διάφορα καπιταλιστικά κέντρα με αποτέλεσμα τους δύο περιφερειακούς πολέμους που ξέσπασαν στην Ουκρανία και στη Μέση Αναστολή. Ο ανταγωνισμός από το πεδίο της αντιπαράθεσης ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό μεταφέρθηκε στο πεδίο των εσωτερικών ανταγωνισμών μεταξύ των καπιταλιστών, μικρών, μεγάλων και μεγαλύτερων.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες και κάτω από την δύναμη που ασκούν τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων στην χώρα μας, η άρχουσα τάξη βλέπει τις εκλογές ως προσωρινή διέξοδο από τα αδιέξοδα που διαμορφώνουν οι νέες οξύτατες διαφωνίες των καπιταλιστών. Μέσω των εκλογών επιδιώκει να εκτονώσει την οργή της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων που έχει προκαλέσει η εφαρμοσμένη πολιτική της τα τελευταία χρόνια και να καθορίσει τη γραμμή που θα ακολουθήσει το έθνος μας τα επόμενα. Θα προσπαθήσει δηλαδή να αμβλύνει τις ταξικές αντιθέσεις και να συμβιβάσει τα ανταγωνιστικά καπιταλιστικά συμφέροντα.

Μπορούν άραγε οι εκλογές να μετριάσουν τους καπιταλιστικούς ανταγωνισμούς;

Οι εξελίξεις στην οικονομία δείχνουν ότι, οι συμβιβασμοί με ειρηνικά μέσα θα γίνονται όλο και πιο δύσκολοι, ενώ την ίδια στιγμή αυτές οι ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις θα είναι και ο καταλύτης που θα πυροδοτήσει την όξυνση της ταξικής αναμέτρησης ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αστική τάξη.  

Από την αντεπανάσταση έως σήμερα οι κύριοι εκφραστές του επαναστατικού κινήματος παγκοσμίως, αλλά και στη χώρα μας ήταν τα μικροαστικά στρώματα τα οποία εν μέσω πολεμικής προετοιμασίας δέχονται συντριπτικά χτυπήματα. Η συνεχής επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας σε συνδυασμό με την τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου οδηγεί αντικειμενικά στην ανάγκη καταστροφής κεφαλαίου, η οποία στις συνθήκες της αντεπαναστατικής κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού, δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με το ξέσπασμα των ιμπεριαλιστικών πολέμων, την τεράστια συγκέντρωση κεφαλαίου στα μεγάλα παγκόσμια μονοπώλια και την εξόντωση των μικρών παραγωγών.

Τα προνόμια που είχαν οι μικροαστοί σε προηγούμενη εποχή δεν ήταν τίποτα άλλο από την προσωρινή συμμαχία που είχε συνάψει το μεγάλο κεφάλαιο με το μικρό κεφάλαιο ενάντια στον σοσιαλισμό. Επιδοτήσεις, προστασία κλειστών επαγγελμάτων και μια σειρά μέτρα που κρατούσαν ζωντανές τις μικρές επιχειρήσεις που αδυνατούσαν να σταθούν στην ελεύθερη αγορά με βάση την παραγωγικότητα τους. Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στην εποχή του σοσιαλισμού είχε την δυνατότητα να κάνει και τέτοιες παραχωρήσεις. Σήμερα όμως, ειδικά μετά την κρίση του 2008, αυτά όλο και περιορίζονται. Το μεγάλο κεφάλαιο διψάει για νέα εργατική δύναμη. Τα συσσωρευμένα του κεφάλαια ψάχνουν μανιωδώς νέα φρέσκια εργατική δύναμη και μια τέτοια πηγή είναι τα προλεταριοποιημένα μικροαστικά στρώματα. Αυτή η μετάβαση δεν θα μπορούσε να γίνει βέβαια χωρίς κραδασμούς. Αυτό εκφράζουν οι σοβαρές αντιδράσεις των ταξιτζήδων, των αγροτών, ο σχηματισμός μια σειρά μικροαστικών κομμάτων, από το κόμμα της κυρίας Καρυστιανού, Βελόπουλου, Κωνσταντοπούλου, Μέρα 25 και πάει λέγοντας.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες τα διάφορα τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου προωθούν τα ξεχωριστά τους πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα αναπροσαρμόζοντας την διάταξη του πολιτικού τους προσωπικού με τη διάλυση και την συγκρότηση νέων κομμάτων (διάλυση ΣΥΡΙΖΑ, σχηματισμός ΕΛΑΣ) εντός και εκτός βουλής, αξιοποιούν προς όφελος τους την κινητικότητα που παρατηρείται εντός των μικροαστικών στρωμάτων και όπου δεν τους εξυπηρετεί την χτυπάνε και την απομονώνουν.

Έτσι αξιοποιούν τα κόμματα όπως της Λατινοπούλου, του Βελόπουλου, τα σκόρπια κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ, του Χρυσαυγίτη Κασιδιάρη και μια σειρά από φασιστοσυνάξεις μικροαστών που τους τρέχουν τα σάλια για ένα κοκαλάκι που θα τους πετάξουν τα αφεντικά τους και σε αντάλλαγμα θα τους προσφέρουν υπηρεσίες για την σταθεροποίηση της όποιας κυβέρνησης σχηματίσουν, με το κύριο βάρος βεβαίως να πέφτει στα αστικά κόμματα ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΑΣ.

Ταυτόχρονα, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται μια διαφορετική αντιμετώπιση μικροαστικών μορφωμάτων, όπως τα κόμμα της κ. Καρυστιανού και της κ. Κωνσταντοπούλου. Τα οποία αξιοποιούν και αναδεικνύουν στο έπακρο για να σπείρουν αυταπάτες μέσα στο δημοκρατικό κίνημα, όπως ότι στις συνθήκες του καπιταλισμού μπορεί το κράτος δηλαδή, τα δικαστήρια, η αστυνομία, η εφορία, ο στρατός και όλοι οι ελεγκτικοί του μηχανισμοί να παίξουν φιλολαϊκό ρόλο. Ότι με μια εκλογική αναμέτρηση και την αλλαγή δέκα υπουργών και ενός πρωθυπουργού μπορείς να μεταρρυθμίσεις το κράτος και από δυνάστη του λαού και υπηρέτη του μεγάλου κεφαλαίου να το μετατρέψεις σε αγνό υπηρέτη του λαού. Όταν όμως φτάνει η ώρα της εκλογικής ανάδειξης των νέων διαχειριστών αυτά τα πολιτικά μορφώματα αφανίζονται από το δημόσιο διάλογο για να αναδειχτούν πιο αξιόπιστα μορφώματα που κατανοούν καλύτερα τον ρόλο τους ως μηχανισμούς εξαπάτησης του λαού και είναι έτοιμα για οποιαδήποτε συμφέρουσα συναλλαγή με την άρχουσα τάξη, όπως σχεδόν ανοιχτά το εκφράζει ο κ. Βελόπουλος.           

Ξεχωριστή θέση στην αξιοποίηση τους έχουν τα ακροδεξιά κόμματα όπως του Κασιδιάρη τα οποία ανασυγκροτούνται από τυχοδιώκτες νεοναζί, χρεοκοπημένους μικροαστούς και λούμπεν στοιχεία της κοινωνίας μας για να υπηρετήσουν την σταθερότητα του καπιταλιστικού συστήματος μέσω της ανοιχτής τρομοκρατίας απέναντι στο εργατικό κίνημα, όχι τόσο με πολιτικούς όρους αλλά με όρους ανοιχτής βίας μέσα στην άμεση καθημερινότητα της εργατικής τάξης.

Τέλος, την πιο εχθρική αντιμετώπιση από την άρχουσα τάξη έχουν τα κόμματα που προσπαθούν να εκπροσωπήσουν την εργατική τάξη όπως την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και κυρίως το ΚΚΕ το οποίο έχει και την μεγαλύτερη επιρροή μέσα στην εργατική τάξη της χώρας. Η άρχουσα τάξη έχει πλήρη κατανόηση από πού κινδυνεύει περισσότερο. Η επίθεση που δέχονται αυτές οι δυνάμεις έχουν την μορφή πίεσης να απαρνηθούν το επαναστατικό πρόγραμμα και να αρκεστούν στην πάλη για μεταρρυθμίσεις εντός της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος και στις συνθήκες της αστικής δημοκρατίας να υποταχθούν στους όρους που βάζει το αστικό σύνταγμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η πιο συχνή ερώτηση που μπαίνει στους εκπροσώπους του ΚΚΕ είναι αν αποδέχονται το «Ελληνικό Σύνταγμα».

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το ερώτημα που μπαίνει σε κάθε επαναστάτη, ο οποίος έχει βάλει σκοπό το γκρέμισμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και την εδραίωση των σοσιαλιστικών σχέσεων, είναι με ποιο τρόπο να αξιοποιήσει αυτήν την εκλογική αναμέτρηση.

Στα πλαίσια του καπιταλισμού η αστική δημοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο από την πιο κοινή και συμφέρουσα μορφή εδραίωσης της κυριαρχίας της αστικής τάξης στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα και η μορφή αυτής της κυριαρχίας διατηρείται τόσο καιρό, όσο εξασφαλίζει την σταθερότητα αυτής κυριαρχίας και υπονομεύεται όσο η αστική τάξη αδυνατεί να την επιβάλει με αυτή την μορφή. Δηλαδή οι ελευθερίες που παραχωρεί και η βία που ασκεί στα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα η αστική δημοκρατία δεν καθορίζονται από τη λειτουργία της ίδιας, αλλά η λειτουργία της καθορίζεται από την ανάγκη περιφρούρησης της κυριαρχίας του κεφαλαίου γενικά και την εξυπηρέτηση ανταγωνιστικών συμφερόντων των ξεχωριστών κεφαλαίων ειδικά.

Οι εκλογικές αναμετρήσεις στο ενδιάμεσο της άσκησης της αστικής εξουσίας ως προς το ταξικό περιεχόμενο της αστικής δημοκρατίας είναι η συγκαλυμμένη μορφή άσκησης της δικτατορίας της, την οποία συγκαλύπτει με το πέπλο των «ελεύθερων» εκλογών. Πόσο ελεύθερες είναι οι εκλογές, από ένα νόμιμο εργατικό σωματείο έως τις εκλογές για το εθνικό κοινοβούλιο, νομίζω ότι δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Η εξαγορά συνειδήσεων, ο μαζικός και ατομικός εκβιασμός, η αποστέρηση από την εργατική τάξη κάθε μέσου για να διεξάγει μια ισότιμη προεκλογική εκστρατεία με την αστική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα είναι γεγονότα αναμφισβήτητα.

Από αυτό όμως δεν βγάζουμε το συμπέρασμα ότι δεν συμμετέχουμε σε αυτές.

Η δράση μας μπορεί και πρέπει να καθορίζεται με κριτήριο, την συγκρότηση επαναστατικού κόμματος κερδίζοντας με το μέρος μας την πρωτοπορία της εργατικής τάξης από την μία και από την άλλη το γενικό ανέβασμα της στάθμης της συνείδησης της εργατικής τάξης όσο γίνεται μέσα στις δοσμένες κάθε φορά αντικειμενικές συνθήκες. Αν η πλειονότητα των συνειδήσεων της εργατικής τάξης είναι προσανατολισμένες σε μια εκλογική αναμέτρηση τότε η θέση μας είναι μέσα σε αυτήν, να διαφωτίζουμε την εργατική τάξη με τις επαναστατικές μας θέσεις και να αποκαλύπτουμε τον πραγματικό χαρακτήρα της κάθε εκλογικής αναμέτρησης, να αποκαλύπτουμε την εξαπάτηση που επιδιώκει η άρχουσα τάξη μέσω αυτών και ότι η πραγματική λύση βρίσκεται στην επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η οποία δεν μπορεί να πάρει σάρκα και οστά χωρίς την εργατική τάξη επικεφαλής αυτής της μάχης, χωρίς την αυτοτελή πολιτική της οργάνωση, ξεχωρίζοντας πολιτικά από την μικροαστική και την αστική κατεύθυνση μέσα στο λαϊκό κίνημα.

Σε αυτή τη μάχη ο επαναστάτης οφείλει να μπαίνει χωρίς αυταπάτες για το πως διαμορφώνονται τα εκλογικά αποτελέσματα και τα χρονικά όρια που θα του επιτρέπεται να επωφελείται αυτής της μορφής δράσης αντικειμενικά. Το κάθε εκλογικό αποτέλεσμα είναι προϊόν μιας διαμορφωμένης από τα πριν αντικειμενικής πραγματικότητας. Η εκλογική επιρροή ενός επαναστατικού κόμματος σε καμία περίπτωση δεν αντανακλά την ποιότητα της προεκλογικής δράσης ενός επαναστατικού κόμματος. Το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι καθοριστικός παράγοντας θετικός ή αρνητικός στην άνοδο ή στην πτώση της επαναστατικής δράσης ενός κόμματος και ούτε το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα συμβάλει αυτόματα στην άνοδο της επαναστατικής συνείδησης μέσα στην εργατική τάξη. Επίσης για πόσο καιρό θα σου επιτρέπει το σύστημα να αξιοποιείς τη νόμιμη δράση για να ζυμώνεις το επαναστατικό σου πρόγραμμα ούτε αυτό καθορίζεται από την δράση σου, εκτός και αν απαρνηθείς το επαναστατικό σου πρόγραμμα και τότε το σύστημα θα σε ανταμείψει με τις ανάλογες βουλευτικές και υπουργικές θεσούλες. Η παγκόσμια ιστορική πείρα το αποδεικνύει αυτό, αλλά και η τοπική πείρα της χώρας μας.

Η μεγάλη εκλογική επιρροή του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στα εργατικά συνδικάτα και στο αστικό κοινοβούλιο το 1914-1918 δεν εξασφάλισε την ριζοσπαστικοποίηση του κόμματος και της εργατικής τάξης αλλά αντίθετα άσκησε αφόρητες πιέσεις στο κόμμα για συμβιβασμούς με τον οπορτουνισμό στην αρχή, μετά με την αστική τάξη και στο τέλος οδηγήθηκε στην οριστική προδοσία της εργατικής τάξης με την δολοφονία των πιο γνήσιων εκπροσώπων της γερμανικής εργατική τάξης, της Ρόζας Λούξεμπουρκ και του Καρλ Λίμπνεχτ.

Αντίθετα η πείρα του ρωσικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος απέδειξε ότι η επιτυχής αξιοποίηση της κοινοβουλευτικής δράσης και των νόμιμων συνδικάτων δεν σχετίζεται καθόλου αναλογικά με την εκλογική επιρροή του επαναστατικού κόμματος. Η πείρα των Ρώσων σοσιαλδημοκρατών έδειξε ότι η αξιοποίηση όλων των μορφών πάλης μεταξύ αυτών και της κοινοβουλευτικής δράσης πέρασε μέσα από την ασίγαστη πάλη με τον οπορτουνισμό στο κίνημα και εντός του κόμματος, ο οποίος πότε απέρριπτε γενικά ως μορφή πάλης τη δράση των επαναστατών στα αστικά κοινοβούλια και τα νόμιμα συνδικάτα και πότε υπέτασσε τη δράση του στην αύξηση της εκπροσώπησης του στο κοινοβούλιο και στα εργατικά συνδικάτα. Μέσα στη Ρωσική σοσιαλδημοκρατία και μετέπειτα στο κομμουνιστικό κίνημα η διαπάλη ανάμεσα στην προλεταριακή επαναστατική γραμμή και την μικροαστική επαναστατική γραμμή ήταν ασίγαστη και ακριβώς αυτή η ασίγαστη διαπάλη είναι που επέτρεψε στους Μπολσεβίκους να οδηγήσουν την σοσιαλιστική επανάσταση μέχρι την κατάκτηση της εξουσία από την εργατική τάξη. Επίσης, η ιστορία διδάσκει ότι μόνο όταν αδυνάτησε αυτή η διαπάλη και περιορίστηκε στα στενά όρια της ηγεσίας του κομμουνιστικού κινήματος αυτή οδηγήθηκε προς την επικράτηση του μικροαστικού οπορτουνισμού.

Σε τοπικό επίπεδο το πιο πρόσφατο θετικό παράδειγμα ήταν η στάση του ΚΚΕ στο 19ο  συνέδριο και η στάση του στις εκλογές του 2012, όταν επέλεξε να ξεκαθαρίσει τις γραμμές του και να χάσει τη μισή του εκλογική επιρροή. Αυτή του η στάση, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να εφαρμόσει μια πιο ευέλικτη τακτική, προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στο ανέβασμα της συνείδησης της εργατικής τάξης και στην κατανόηση του ρόλου των κυβερνήσεων στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας.

Παρόλα αυτά ούτε εντός του ΚΚΕ, ούτε συνολικότερα στο επαναστατικό κίνημα μπόρεσε η πρωτοπορία του προλεταριάτου μέχρι σήμερα να ανοίξει στα σοβαρά το μέτωπο με τον μικροαστικό οπορτουνισμό.

Στις κυρίαρχες δημόσιες τοποθετήσεις από τα κεντρικά κομματικά όργανα του ΚΚΕ αυτό που φαίνεται είναι η επικράτηση μιας γραμμής προσαρμοσμένης στην αστική νομιμότητα. Ο λόγος του δεν αγγίζει τα ζητήματα της επαναστατικής ανατροπής της αστικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τα άμεσα καθήκοντα που απορρέουν από αυτόν τον στρατηγικό στόχο. Η αναφορές στη σοσιαλιστική επανάσταση έχουν έναν γενικόλογο χαρακτήρα. Οι αναφορές του στην περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού είναι σπάνιες και έχουν περισσότερο ακαδημαϊκό χαρακτήρα παρά προπαγανδιστικό. Τα άμεσα καθήκοντα περιορίζονται σε γενικά καλέσματα συμπόρευσης με το ΚΚΕ και εκλογικής στήριξης σε όλα τα σώματα από τον λαό γενικά. Η αναφορά στην εργατική τάξη ως πρωτοπόρα τάξη που το ιστορικό της καθήκον είναι να καθοδηγήσει την σοσιαλιστική επανάσταση αντικαθίσταται από τον λαό γενικά που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό μέσα από μια βαθμιαία ανάπτυξη του κινήματος και της κοινωνικής συμμαχίας, αποκρύβοντας τα ανταγωνιστικά ταξικά και οικονομικά συμφέροντα ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα μικροαστικά στρώματα. Γενικότερα επικρατεί μια αταξική ερμηνεία των εννοιών όπως είναι η εθνική κυριαρχία ή η πατρίδα, οι οποίες προσπαθούν να προσδώσουν στην εργατική τάξη κυριαρχία, η οποία δεν προκύπτει από πουθενά. Στις γραμμές του κυριαρχούν μικροαστικές αυταπάτες για τις αντικειμενικές δυνατότητες που έχει σήμερα το εργατικό-δημοκρατικό κίνημα να βάλει εμπόδια στην εμπλοκή της χώρας μας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, αναδεικνύοντας ως κεντρικό σύνθημα το αναρχικό σύνθημα της μη εμπλοκής στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Στο πεδίο της οικονομικής πάλης της εργατικής τάξης ανταγωνίζεται με τα άλλα μικρότερα εργατικά κόμματα όπως την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην εξαγγελία απεργιών χωρίς τη συμμετοχή των εργατών και γενικότερα εξαντλείται η δράση του όχι στην ιδεολογικοπολιτική προετοιμασία της εργατικής τάξης σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου αλλά στο κάλεσμα για ρεφορμιστικού τύπου αγώνες για την βελτίωση των όρων πώλησης της εργατικής δύναμης και τους όρους ζωής της. Η επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αποσυνδέεται από την οικονομική πάλη, εισάγοντας μια οικονομίστικη αντίληψη ότι ο πολιτικός αγώνας της εργατικής τάξης θα αναπτυχθεί μόνο με τον όρο ότι θα αναπτυχθεί πρώτα ο οικονομικός της αγώνας. Αυτή η άποψη αγνοεί το γεγονός ότι το εργατικό κίνημα δεν βρίσκεται στη φάση ανάπτυξης του προοδευτικού καπιταλισμού αλλά στην φάση του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού και μάλιστα στην αντεπαναστατική επανεμφάνιση του, το οποίο σημαίνει ότι είναι αδύνατο ο καπιταλισμός να προχωρήσει σε παραχωρήσεις που θα τόνωναν την οικονομική πάλη της εργατικής τάξης.

Στις συνθήκες της αντεπανάστασης και τις εξέλιξης του ιμπεριαλιστικού πολέμου τα καθήκοντα της προλεταριακής πρωτοπορίας καθορίζονται από τις συνθήκες που διαμορφώνει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος, από τις οποίες δεν μπορεί να ξεφύγει κανένας λαός, καμία κυβέρνηση και κανένα κράτος, ανεξάρτητα από τις προθέσεις της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, της μίας ή της άλλης κοινωνικής τάξης, ανεξάρτητα από τη θέληση του ενός ή του άλλου κόμματος. Ιμπεριαλισμός σήμερα σημαίνει τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, μαζική προλεταριοποίηση των μικροαστικών στρωμάτων, ακραία εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης, μαζική φτωχοποίηση της εργατικής τάξης, ακραία όξυνση των πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη, η οποία προκαλεί αναδιάταξη των καπιταλιστικών συμμαχιών και μεγάλη αστάθεια των αστικών κυβερνήσεων. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το να ονειρεύεται κανείς ανάπτυξη της οικονομικής πάλης που θα ανοίξει δρόμο για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού είναι μικροαστική αυταπάτη, είναι άρνηση του δύσκολου αλλά του μοναδικού ρεαλιστικού δρόμου της οργανωτικής και ιδεολογικοπολιτικής προετοιμασίας της πρωτοπορίας της εργατικής τάξης για το μεγάλο καθήκον να μετατρέψει τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο. Της αξιοποίησης των συνθηκών που διαμορφώνει ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος για την επαναστατική ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου και όχι την εξουσία του λαού γενικά. Μόνο τότε στα πλαίσια των συμμαχιών της η εργατική τάξη μπορεί να διαπραγματευτεί τους οικονομικούς όρους της συμμαχίας με τους μικροαστούς χωρίς να έχει όμως καμία αυταπάτη ότι αυτή η συμμαχία δεν αναιρεί τα διαφορετικά ταξικά και οικονομικά συμφέροντα ανάμεσα σε αυτήν και τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα που θα κληρονομήσει η πρώτη φάση οικοδόμησης του σοσιαλιστικού κράτους.

Το γεγονός ότι στις επερχόμενες εκλογές δεν θα εκφραστεί ως πλειοψηφία η προλεταριακή επαναστατική γραμμή μέσα από το ΚΚΕ ή κάποιο άλλο κόμμα δεν αναιρεί την ανάγκη η επαναστατική εργατική πρωτοπορία να εκφραστεί μέσα από αυτή την διαδικασία. Κατά την γνώμη μας δεν πρέπει να αρνηθούμε το κάλεσμα του ΚΚΕ για συμπόρευση στις εκλογές γιατί αυτό υπηρετεί την πιο πλατιά οργανωτική ενότητα της εργατικής τάξης αφού το ΚΚΕ είναι το κόμμα με το μεγαλύτερο κύρος μέσα στη εργατική τάξη. Όμως αυτή η συμπόρευση οφείλει κατά τη γνώμη μας να γίνει με μπολσεβίκικους όρους, δηλαδή χωρίς να κρύβουμε τις διαφορές μας, βοηθώντας να οξύνεται η διαπάλη με τον μικροαστικό οπορτουνισμό στο κόμμα και στο κίνημα και να μπούνε συνθηματικά τα άμεσα καθήκοντα που προτείνουμε στην πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Στις σημερινές συνθήκες αυτό που μπαίνει ως πρώτο και άμεσο καθήκον είναι η συγκρότηση της εργατικής πρωτοπορίας σε ξεχωριστό πολιτικό ρεύμα μέσα στο επαναστατικό κίνημα συνολικότερα. Χωρίς την απόσπαση των πρωτοπόρων εργατών που εργάζονται στις μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, στα μεγάλα μονοπώλια είτε ιδιωτικά, είτε κρατικά είναι μάταιο να συζητάμε για σοβαρή σοσιαλιστική επαναστατική δράση. Αυτή η δουλειά, αν δεν θέλουμε να πνιγεί στις συμπληγάδες του αριστερίστικου και δεξιού οπορτουνισμού, θα πρέπει να συνοδεύεται από την ανοιχτή πολεμική μας εναντίον της.

Χρειάζεται κατά τη γνώμη μας ανοιχτός πόλεμος σε όσες δυνάμεις, τέτοιες δυνάμεις υπάρχουν σε όλες τις σημερινές οργανώσεις από το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ μέχρι το Ρουβίκονα, που οργανώνουν αποτυχημένες απεργίες ή οποιαδήποτε άλλη μορφή δράσης από τα πάνω χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαθέσεις τις εργατικής τάξης. Η δουλειά μας πρέπει να διακρίνεται από υπομονή και επιμονή. Να επιμένουμε στο μαρξιστικό – λενινιστικό περιεχόμενο της δράσης μας και όχι στην μορφή που θα πάρει ο αγώνας της εργατικής τάξης και συνολικότερα του λαϊκού κινήματος. Δεν ήμαστε στην πρώτη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού όπου μαζί του το εργατικό κίνημα κάνει τα πρώτα του βήματα και κατακτά τα πρώτα βασικά του δικαιώματα. Είμαστε σε φάση αντεπανάστασης και υποχώρησης. Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τις επαναστατικές εκδηλώσεις η εργατική τάξη θα εκφράζεται με αμυντικούς αγώνες. Ο οικονομικός αγώνας στις σημερινές συνθήκες δεν μπορεί να πάρει επιθετικό χαρακτήρα γιατί ο καπιταλισμός στις συνθήκες της αντεπανάστασης και της επιστροφής του στο ιμπεριαλιστικό του στάδιο είναι αδύνατο να κάνει προοδευτικές παραχωρήσεις. Η επαναστατική πρωτοπορία κατά τη γνώμη μας οφείλει να φροντίζει για την πιο πλατιά ενότητα στο εργατικό κίνημα και συνολικότερα στο λαϊκό κίνημα διατηρώντας την αυτοτελή του πολιτική θέση που θα προωθεί μέσα στο κίνημα μέσα από την διαπάλη με τα υπόλοιπα ρεύματα μέσα στο κίνημα. Κάθε προσπάθεια διάσπασης και σεχταρισμού μέσα στο κίνημα πρέπει να πολεμάται αμείλικτα. Η θέση κάθε αγνού επαναστάτη δεν είναι να ξεχωρίζει από τη μάζα, αλλά να διδάσκει τη μάζα συμμετέχοντας μέσα στο μαζικό κίνημα, να αξιοποιεί κάθε μορφή πάλης, η οποία γεννιέται μέσα στο κίνημα. Την ικανότητα του να εκφράζεται μέσα στο κίνημα εκεί που κυριαρχούν από ανώριμες μέχρι αντιδραστικές αντιλήψεις οφείλει να την κατακτήσει μέσα από την πείρα του.  

Την ίδια στιγμή χρειάζεται ανοιχτό μέτωπο στους σύγχρονους οικονομιστές, σε αυτούς που υποβιβάζουν την προπαγάνδα τους σε αυτό μόνο που είναι σε θέση να αποδεχτεί ο μέσος εργάτης. Στο όνομα της πλατιάς δράσης μέσα στο κίνημα και της ανικανότητας του μέσου εργάτη να συλλάβει τα υψηλά νοήματα της επανάστασης αρνούνται να διεξάγουν την κοπιαστική δουλειά της διαφώτισης της εργατικής τάξης. Στην πραγματικότητα συγκαλύπτουν την δικιά τους ατολμία να διεξάγουν μια τέτοια δουλειά, η οποία χρειάζεται γερό στομάχι. Αυτού του είδους οι οπορτουνιστές εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια ως αντίδραση στους αριστερίστικους τυχοδιωκτισμούς των προηγούμενων χρόνων. Αυτού του είδους ο οπορτουνισμός είναι γέννημα θρέμμα των μεγάλων προσδοκιών που καλλιεργούσαν οι αριστεριστές για μεγαλειώδεις απεργίες και ανεβασμένα εκλογικά αποτελέσματα που δεν δικαιώθηκαν ποτέ και τώρα η απογοήτευση δεν οδηγεί να βγουν τα ορθολογικά συμπεράσματα, αλλά οδηγεί στην προσαρμογή της δράσης για να καταφέρουμε τελικά αυτό που δεν έχει να κάνει με τίποτα με τη δράση μας αλλά με τις σημερινές αντικειμενικά διαμορφωμένες συνθήκες.

Αυτή η τόσο σημαντική δουλειά, της συγκρότησης σε ξεχωριστό πολιτικό ρεύμα της προλεταριακής επαναστατικής πρωτοπορίας στο κίνημα, δεν θα έχει επίσης μακριά πνοή αν δεν συνοδευτεί και από τα συγκεκριμένα καθήκοντα που φέρνει ο παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος. Για την οργάνωση της εργατικής τάξης σε συνθήκες πολεμικών προετοιμασιών είναι σημαντική προϋπόθεση η διαφώτισή της, η αποκάλυψη στα μάτια της, του πραγματικού χαρακτήρα του σημερινού πολέμου. Ότι ο σημερινός πόλεμος είναι  ιμπεριαλιστικός, γι’ αυτό και ληστρικός από όλες τις εμπλεκόμενες μεριές. Ότι αυτός ο πόλεμος γίνεται για το ξαναμοίρασμα του πλανήτη ανάμεσα στα μεγάλα καπιταλιστικά κέντρα, ανάμεσα στα πανίσχυρα καπιταλιστικά μονοπώλια, για την διαιώνιση της κυριαρχίας των καπιταλιστικών μονοπωλίων εις βάρος της εργατικής τάξης. Αυτός ο πόλεμος επειδή γίνεται στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού είναι αντιδραστικός και άδικος από όλες τις μεριές και δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, γιατί είναι ο τρόπος λειτουργίας του καπιταλισμού που οδηγεί τους καπιταλιστές σε πολεμική σύγκρουση και όχι τα τερτίπια της μιας ή της άλλης κυβέρνησης, τα ήθη και οι συνήθειες των εθνών, τα θρησκευτικά πιστεύω ενός έθνους, η θέληση της μιας ή της άλλης τάξης, του ενός ή του άλλου κόμματος. Οι αιτίες του σημερινού πολέμου ξεκινούν από την καπιταλιστική αντεπανάσταση και καταλήγουν στην τεράστια συσσώρευση κεφαλαίου που αδυνατεί να βρει καινούργια πεδία κερδοφορίας. Για το κεφάλαιο, η εξεύρεση ελεύθερου χώρου είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου γι’ αυτό και είναι σε θέση να διαπράξει το χειρότερο έγκλημα και να μισθώσει τα χειρότερα αποβράσματα της ανθρωπότητας για αυτή τη δουλειά, να βρει τους κατάλληλους κυβερνήτες, τα κατάλληλα μέσα, τους κατάλληλους νόμους και να διαμορφώσει το ανάλογο κράτος με το οποίο διαπλέκεται εδώ και χρόνια έχοντας διαφθείρει μέχρι και τον τελευταίο κρατικό ελεγκτή. Στις συνθήκες της παγκόσμιας κυριαρχίας του καπιταλισμού, στις συνθήκες όπου τα κλαμπ των δισεκατομμυριούχων διορίζουν τις κυβερνήσεις τους σε όλα τα κράτη, το να πιστεύει κανείς ότι μπορούν κάποιες από αυτές τις κυβερνήσεις, είτε μιλάμε για τις ΗΠΑ, την ΕΕ, τη Ρωσία, την Κίνα αλλά και όλες τις περιφερειακές και μικρότερες δυνάμεις να παίξουν αντιιμπεριαλιστικό ρόλο και αυτό να το ανάγει σε πολιτική ζύμωσης στην εργατική τάξη, ισοδυναμεί με το να καλεί κανείς τους εργάτες παγκοσμίως να αλληλοσφαχτούν για τα συμφέροντα των μεγαλοκαπιταλιστών. Οπότε όταν κάποιος σήμερα καταγγέλλει τον ιμπεριαλισμό ως ιδιότητα ενός μέρους του παγκόσμιου συστήματος, είτε το κάνει συνειδητά είτε όχι, έχει κιόλας νομιμοποιήσει το επερχόμενο σφαγείο και βρίσκεται ήδη στην αγκαλιά της μικροαστικής πολιτικής στο χάιδεμα των μικροαστών που καταστρέφονται από την πολιτική της μιας συμμαχίας και αναζητούν λύτρωση στην αλλαγή συμμάχων με την προοπτική της απόσπασης ενός βιώσιμου κομματιού από την πολεμική οικονομία. Τέτοια θέση έχουν πάρει τα κομμουνιστικά κόμματα της συμμαχίας των BRICS τα οποία έχουν κερδίσει επάξια μια θέση πλάι στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της ΝΑΤΟικής συμμαχίας. Ο σημερινός πόλεμος δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση οποιονδήποτε συμφερόντων της εργατικής τάξης από κάποια εξωτερική επέμβαση όπως έγινε στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο η εργατική τάξη στάθηκε απέναντι στην εισβολή της ναζιστικής Γερμανίας σε όλη την Ευρώπη, η οποία έγινε με τις ευλογίες της ευρωπαϊκής άρχουσας τάξης για να συντριβεί το εργατικό κίνημα. Η συσχέτιση που κάνουν πολλές αριστερές πολιτικές δυνάμεις του σημερινού πολέμου με τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο ανοίγει επίσης την πίσω πόρτα στον οπορτουνισμό. Η υπεράσπιση της πατρίδας στις συνθήκες του Β΄ παγκοσμίου πολέμου υπηρετούσε τη διάσπαση των καπιταλιστών, οι οποίοι όχι μόνο δεν είχαν διάθεση να αμυνθούν απέναντι στους ναζί αλλά ήταν στις επιδιώξεις τους η παράδοση της χώρας. Σήμερα δεν μπαίνει κανένα ζήτημα υπεράσπισης της πατρίδας, αλλά υπεράσπισης μόνο των καπιταλιστικών συμφερόντων. Στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου, όπως διδάσκει ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος, ειδικά για τα μικρά έθνη, δεν υπάρχει εισβολέας και σύμμαχος. Αυτός που παρουσιάζεται ως εισβολέας από ένα τμήμα της αστικής τάξης είναι σύμμαχος ενός άλλου τμήματος της άρχουσας τάξης και ανάποδα. Στις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου η ιστορία του Α΄ παγκοσμίου πολέμου αλλά και όλοι οι σημερινοί ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι διδάσκουν ότι η διάσπαση στα μικρά έθνη είναι νομοτέλεια, οπότε οι επαναστάτες πρέπει να έχουν ανοιχτό μέτωπο προς όλες τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες. Στη χώρα μας η θέση του ΚΚΕ στο πρόγραμμα του για αμυντικό πόλεμο κατά της αστικής τάξης-εισβολέα είναι προβληματική και ανοίγει δρόμο στον οπορτουνισμό και αυτός εκδηλώθηκε ήδη με τον πόλεμο στην μέση ανατολή όταν στις θέσεις του 22ου συνεδρίου προκρίνει ως ιδεολογικοπολιτικό ζήτημα σημασίας το δυνάμωμα της αλληλεγγύης στους λαούς της Μ. Ανατολής που παλεύουν ενάντια στην ξενική κατοχή, αντί να προκρίνει ως πρώτιστο καθήκον την αλληλεγγύη στους λαούς της Μ. Ανατολής που παλεύουν ενάντια στην καπιταλιστική υποδούλωση που τους επιβάλλουν οι κυβερνήσεις τους πότε σε συμμαχία με το ένα ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο και πότε με το άλλο. Είναι χρέος μας να καταγγέλλουμε την ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ, του Ισραήλ και της ΕΕ στην Μ. Ανατολή, όμως αυτό δεν μπορεί να καταλήγει, να συμβουλεύεις τους λαούς της Μ. Ανατολής να υποταχθούν στα καλέσματα της υπεράσπισης της πατρίδας. Η εργατική τάξη κάθε χώρας είναι θύμα πρώτα και κύρια της δικιάς του κυβέρνησης και για να μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικά σε κάθε ξένη επέμβαση θα πρέπει πρώτα και κύρια να απαλλαχθεί πρώτα από την δικιά του κυβέρνηση, γι’ αυτό και η εργατική τάξη κάθε έθνους οφείλει να αξιοποιεί τις συνθήκες του ιμπεριαλιστικού πολέμου για να ανατρέψει το καπιταλιστικό σύστημα και όχι να ξεπέφτει στην μικροαστική πολιτική της υπεράσπισης της πατρίδας. Στον σημερινό πόλεμο η μόνη επαναστατική απάντηση είναι η μετατροπή του σε ταξικό πόλεμο. Στον πόλεμο αυτόν οφείλουμε να δουλέψουμε για το δυνάμωμα της διεθνούς αλληλεγγύης της εργατικής τάξης, για την συμφιλίωση των στρατιωτών στα μέτωπα και την προετοιμασία για την μετατροπή αυτού του πολέμου σε επανάσταση ενάντια στις κυβερνήσεις μας που των διεξάγουν. Οι εργατική τάξη των μικρών εθνών οφείλουν ακόμα παραπάνω από τα μεγάλα έθνη να συσφίξουν την διεθνή τους φιλία μέχρι την συνένωση τους απέναντι στις κυβερνήσεις τους και τους διεθνείς τους συμμάχους. Η εργατική τάξη μπορεί και πρέπει να αξιοποιήσει τις νέες τεχνολογίες και τον παγκόσμιο καταμερισμό της παραγωγής για την ενίσχυση της διεθνούς συμμαχίας του. Οι επαναστάτες σήμερα δεν πρέπει να έχουν ψευδαισθήσεις ότι μπορούν να εμποδίσουν το ξέσπασμα του πολέμου, ότι με μια απεργία ή με εκτεταμένα σαμποτάζ μπορούν να σταματήσουν την επιστράτευση ή την τροφοδοσία του μετώπου με πολεμικό υλικό. Τα παραδείγματα από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο δεν έχουν καμία σχέση με τις σημερινές αντεπαναστατικές συνθήκες, το επίπεδο της ταξικής συνείδησης στις συνθήκες της αντεπανάστασης δεν έχει καμία σχέση με τις συνθήκες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αξιοποιείται κάθε αυθόρμητη προσπάθεια που γίνεται από τους εργάτες και το δημοκρατικό κίνημα να βάλει εμπόδια στην εξέλιξη του πολέμου. Μέσα από τέτοιες αυθόρμητες δράσεις μπορούμε να βοηθήσουμε, πρώτα και κύρια την εργατική τάξη, να έρθουμε κοντά της και να την βοηθήσουμε να κατανοήσει τον χαρακτήρα αυτού του πολέμου, να εκπαιδεύσουμε και να εκπαιδευτούμε σε νέες μορφές οργάνωσης και να εξηγήσουμε μέσα και από την εξελισσόμενη πείρα στην εργατική τάξη ότι τέτοιες ενέργειες δεν μπορούν να ανατρέψουν την πορεία του πολέμου και ότι η επαναστατική ανατροπή της άρχουσας τάξης είναι βασική προϋπόθεση για να βγει κερδισμένη από τον πόλεμο και όχι πάλι αλυσοδεμένη με τα καπιταλιστικά δεσμά. Στο μικρό μας έθνος, λόγω της θέσης μας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, είναι πιο δύσκολο από τα μεγάλα έθνη να διακριθούν οι ενδοαστικές αντιπαραθέσεις από την ταξική αντίθεση μεταξύ της αστικής και της εργατικής τάξης. Σε συνθήκες ιμπεριαλιστικού πολέμου θα βρούμε μεγαλύτερη δυσκολία να εξηγήσουμε γιατί η αλλαγή εθνικών συμμάχων δεν θα αλλάξει και δεν θα απαλύνει την καπιταλιστική καταπίεση αλλά αντίθετα θα μας βάλει στο κέντρο του κυκλώνα των ιμπεριαλιστικών πολέμων και ότι σε μια τέτοια εξέλιξη αντί να κλαίμε τη μοίρα μας θα πρέπει να αξιοποιήσουμε όλα τα διδάγματα της εργατικής τάξης για να βάλουμε μπρος το σχέδιο μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε ταξικού-επαναστατικού προοδευτικού πολέμου της εργατικής τάξης ενάντια στην αστική. Οι επαναστάτες δεν πρέπει να φοβόμαστε τις εξελίξεις, αλλά να τις μελετάμε με ακρίβεια, να βγάζουμε διαλεκτικά τα σωστά συμπεράσματα και να ορίζουμε τα επαναστατικά μας καθήκοντα. Στην έναρξη του πολέμου θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε την ορμή του εθνικιστικού ενθουσιασμού όμως η πορεία του πολέμου θα προετοιμάσει το έδαφος για να ξεδιπλώσουμε τη δικιά μας δράση. Η σημερινή μας προετοιμασία μπορεί να μην δώσει φανταχτερά μεγάλα αποτελέσματα άμεσα, όμως αυτή η προετοιμασία είναι τόσο απαραίτητη ώστε να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις κρίσιμες στιγμές, όπως η προσηλωμένη προετοιμασία χρόνων που κάνει ένας αθλητής για να δώσει μια τελική μεγάλη παράσταση που μπορεί να διαρκέσει και μερικά μόνο δευτερόλεπτα, γιατί στην ιστορία, στη ζωή και σε όλα τα φαινόμενα ισχύει ότι όσα δεν φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η στιγμή.

ΑΝΗΣΥΧΟΣ

Απάντηση

Discover more from ΤΑΞΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ Class consciousness Klassenbewusstsein Conscience de classe Классовое сознание 阶级意识 Ndërgjegje klase Класна свест Класово съзнание Sınıf bilinci

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading